Χριστίνα Μιχαηλίδου, Τρία ποιήματα
25Οκτ
Καρφίτσωσες το πάθος σου
στα ξαναμμένα ψαροκάικα της θύμησης.
Έγειρες να ξεκουραστείς,
σε πεθυμιές ανύποπτες ντόπιων κουρσάρων
που δεν έκαναν βήμα από το λιμάνι τους.
Με τι αντάλλαξες αλήθεια τη σιωπή σου;
“Με μία κανονική ζωή”, απάντησες.
Πίσω από τον ώμο σου,
γελούσαν ήδη οι ψευδομάρτυρες
που σύρθηκαν στα δικαστήρια του νου σου.
«Ερήμην σου»;
Σε πρόσταζαν ξανά να απολογηθείς.
Ακόνισες τα βέλη και τα λόγια,
μπερδεύτηκες με τα πλοκάμια και τα δίχτυα του ονείρου
«Ερήμην σου»;
Ακούστηκε πιο δυνατά η ερώτηση.
«Παρακαλώ, απαντήστε!»
Κατέθεσες λάφυρα
τις κοκαλιασμένες σου φτερούγες,
το λασπωμένο σου φόρεμα,
τα γδαρμένα σου γόνατα
Δεν σε πίστεψαν.
Δείλιασες, τα μαρτυρικά όχι κρέμονταν στο στόμα σου
Δεν θα είχε πισωγυρίσματα αυτή η απόφαση.
Ούρλιαξες:
«Ναι , ήμουν παρούσα κάθε αυγή που μαστίγωνα το εγώ μου
Κάθε δειλινό που γκρέμιζα από τα τείχη το όνομά μου
Να ξεχάσω, ν’ αφανίσω τα αποδεικτικά στοιχεία των επιλογών μου».
Αντίλαλος πληγωμένης ηχούς στο άδειο δωμάτιο η απολογία σου.
Αυτή στάθηκε η αβάσταχτη, η ταπεινωτική σου ετυμηγορία.









