Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Juan Carlos Friebe, “«LAS BRIZNAS»-Poemas para consuelo de Hugo Van der Goes/ «ΙΝΕΣ»-Ποιήματα παρηγοριάς στον Ούγκο Βαν Ντερ Γκους” (Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή)

  

 

In memoriam Alba Navascuez Carrasco

( 1985 – 2004 )

 

Μην θυμώνεις μαζί μου, μελαγχολία, που πιάνω την πένα για να σε υμνήσω (…)

Friedrich Nietzsche

 

[“( … ) Hugo fue atacado de su enfermedad mental. Se creía

condenado al fuego eterno y quería suicidarse, lo que hubiera

hecho de no haberlo impedido, y con mucha dificultad, los

que con él viajaban. Aquella extrañísima enfermedad produjo

a todos una gran tristeza. Se consiguió, sin embargo, llegar a

Bruselas, y allí el prior, creyendo que su dolencia era la misma

que había sufrido el Rey Saúl, trató de apaciguarlo como hacía

David –tocando la cítara ante el rey– y añadiendo otros pasatiempos

para distraer al hermano Hugo. Todo esto no alivió

al enfermo, que persistía en declararse perdido sin remedio.”]

 

Crónica del convento del

Valle Rojo (primer fragmento)

 

 

[«(…) Τον Ούγκο κυρίευσε η αρρώστια του μυαλού από την οποία έπασχε. Πίστευε πως ήταν καταδικασμένος στην αιώνια πυρά και ήθελε να αυτοκτονήσει. Θα το είχε κάνει αν δεν τον είχαν εμποδίσει, με μεγάλη δυσκολία, οι συνταξιδιώτες του. Εκείνη η τόσο παράξενη αρρώστια προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλους. Κατάφεραν, ωστόσο, να φτάσει ως τις Βρυξέλλες, κι εκεί ο ηγούμενος, πιστεύοντας πως η αδιαθεσία από την οποία έπασχε ήταν η ίδια με αυτή του Βασιλιά Σαούλ, προσπάθησε να τον ησυχάσει, όπως έκανε ο Ιάκωβος- παίζοντας στον βασιλιά σιτάρ- και προσθέτωντας άλλες διασκεδάσεις για να απασχολήσει τον αδερφό Ούγκο. Τίποτα απ’ αυτά δεν ανακούφισε τον άρρωστο, ο οποίος συνέχιζε να δηλώνει χαμένος χωρίς σωτηρία.»]

 

Χρονικό από το μοναστήρι Valle Rojo

(Κόκκινη Κοιλάδα).

Απόσπασμα Πρώτο.

 

SOLEMNIDADES

 

IV. Quae moerebat et dolebat,

Pia Mater cum videbat

Nati poenas incliti.

 

Hace falta coraje para vivir sin fe,

para afrontar la inmensidad del mar,

el cielo inabarcable, el destino azaroso

que no sin extrañeza contemplamos

ensombrecer el gozo ante tanto misterio

radiante, pues lo más cercano y nuestro es

confín.

 

Intermitente, salvadora,

 

llega la luz de un faro a la ribera

con su mensaje errante de socorro,

 

o refulge una estrella con claridad sencilla

sin que nadie repare en los caminos

que desbrozan de sombra y de peligro.

Pero no nos fue dado sino el miedo.

Llamamos fe a una esperanza vaga

en no morir del todo si los actos

y las obras, si frutos y labores

merecieron orgullo. Aquí creer no es eso.

Aquí se mortifican y laceran

con ciegas oraciones que repiten

hasta inmolar las horas: aquí la fe es dogma.

Mas me conmueve que mis tablas sacien

su deseo de ver en mis imágenes

el reflejo de Dios y la verdad sin duda

de las alegorías. Qué candor.

Hace falta inocencia para amar,

como hace falta fuste para amarse.

Y aquí nadie se ama aunque de amor

llenan sus bocas, palabra sin labios,

labios sin miel, melaza sin dulzura.

Aquí la noche y las tinieblas densas,

aquí la umbría y huera madrugada,

aquí no amanecer, no contemplar

sino el pozo insondable de las almas

que buscaron la luz en un reflejo

de la Luna en su fondo, ingenuas típulas,

que se ahogaron de sed en la trampa del agua.

 

ΕΠΙΣΗΜΟΤΗΤΕΣ

 

Χρειάζεται κουράγιο για να ζήσει κανείς χωρίς πίστη,

για να κοιτάξει κατάματα την απεραντοσύνη της θάλασσας,

τον ατέλειωτο ουρανό, το τρομερό πεπρωμένο

που όχι δίχως δέος αγναντεύουμε

να σκιάζει την απόλαυση μπροστά σε τόσο

εκτυφλωτικό μυστήριο, γιατί το πιο κοντινό ημέτερο μας

είναι πέρας.

 

Διακεκομένο, σωτήριο

 

φτάνει το φως ενός φάρου στην ακροποταμιά

με το ερανικό του μήνυμα βοήθειας,

ή ακτινοβολεί ένα αστέρι με ταπεινό φέγγος

χωρίς κανείς να στρέψει την προσοχή του

στα μονοπάτια που ανοίγονται από σκιά και κίνδυνο.

Μα, δεν μας δόθηκε παρά ο φόβος.

Ονομάζουμε πίστη μια θολή ελπίδα

να μην πεθάνουμε οριστικά, σαν

οι πράξεις και τα έργα, σαν οι κόποι και οι μόχθοι

να ήταν άξια περηφάνιας. Εδώ δεν είναι αυτό η πίστη.

Εδώ αυτοβασανίζονται και σπαράζουν

με τυφλές προσευχές που επαναλαμβάνουν

ώσπου να σφαγιάσουν τις ώρες. Εδώ η πίστη είναι δόγμα.

Κι ωστόσο, με συγκινεί να βλέπω τις εικόνες μου να ξεδιψούν

τον πόθο τους να δουν στους πίνακες μου

την αντανάκλαση του Θεού και την αναμφισβήτητη

αλήθεια των αληγοριών. Πόση αγνότητα.

Χρειάζεται αθωότητα για ν’αγαπήσει κανείς,

όπως χρειάζεται καμουτσίκι για ν’αγαπηθεί.

Κι εδώ κανείς δεν αγαπά, αν και με αγάπη γεμίζουν

τα στόματά τους, λέξη χωρίς χείλη,

χείλη χωρίς μέλι, μελάσσα χωρίς γλύκα.

Εδώ η νύχτα και το πυκνό σκοτάδι,

εδώ η ανήλιαγη και στείρα φέξη,

εδώ όχι ξημέρωμα, όχι στοχασμός,

εδώ το απύθμενο πηγάδι των ψυχών

που έψαξαν το φως σε μια αντανάκλαση

του φεγγαριού στον πάτο του, αφελείς τίπουλες 1,

που πνίγηκαν από δίψα μες στην παγίδα του νερού.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιάννης Αναγνώστου, «Νύχτα στη γη των Λωτοφάγων» (ένα σενάριο για τρεις ρόλους)

 

 Αρχείο:Lotus-eaters.png

 

 

 

δέν νομίζω ότι μπορώ.

 θά ήτανε μόνο γιά κακό σκοπό πιά, νά χρησιμοποιήσει κανείς
όλες τίς σωριασμένες λέξεις
όλες τίς λέξεις
νεκρή φύση πάνω σέ βαρύγδουπο τραπέζι σάν εκείνους
τούς παλιούς πίνακες μέ όλα τά παλιά πλούτη καί τά αγαθά
χωρίς νά λείπει η μάσκα η νεκροκεφαλή ο καθρέφτης
τά Vanitas vanitatum et omnia καί τέτοια κουρασμένα
πομπώδη καί ενεχόμενα.
Μικρή ήταν πανέμορφη
λέγανε ,

δέν νομίζω ότι μπορώ
Δέν μιλώ τή γλώσσα
δέ γνωρίζω καμμία , μιλώ μόνο γιά τίς λέξεις μου τώρα
χωρίς χάρτες βαδίζω τήν αιμορραγούσα δερματιστιξία τού σύμπαντος σώματος
Διάττοντες αστέρες μέρες διασαλεύουν τήν κίνηση
τής ουράνιας μηχανικής .
θεέ μου πόσους οπαδούς έχει
Δολοφόνοι μού είπες ψιθυριστά

πέρα από τό σούρουπο καιγόντουσαν πυρκαγιές κόκκινες καί μαύρες
ακριβώς όπως σάν αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στή παλάμη του τή σφαίρα
μέσα σέ ανυποψίαστα Μουσεία
τά πόδια του δέν ακουμπούν τή γή όπως σάν όπως γινόντουσαν ειδώλια
οί πελασγοί τραβώντας γιά τόν Ήλιο .
Είναι καί αυτός πεθαμένος , απόρησα , καί πώς μέ κοιτά έτσι ;
Είμαι κι εγώ πεθαμένος , τρόμαξα , στά όνειρά μου
βούλιαξα ακριβώς έτσι όπως τότε στό πρώτο φιλί τής αγάπης
καί πάλιν τό ελαφρύ τρίξιμο πίσω από τό αυτί μου
άνοιξα τή πόρτα καί βρέθηκα μυρίζοντας ένα χωριάτικο δωμάτιο , η κούνια
λικνιζόταν απαλά στή γωνία καί εγώ ήξερα καλά , ποιός ήτανε εκεί .

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Βαραλής, «Ποιητής στην Επαρχία»

 

ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Άκουσε την σιωπή ανάμεσα στα φωνήεντα των δέντρων
ξεναγήθηκε μετά στους τρούλους των λέξεων
δίνοντας αφορμή στην σελήνη να του λέει τα παραμύθια
που άκουσε παιδί.
Τελικά ήταν κάτοικος μιας άλλης χώρας και τώρα εξόριστος
ιερουργούσε επανάληψη εν είδη ανούσιας τελετής.
Συνταξιούχος των ονείρων απολάμβανε την ακηδία του
όπως οι γέροντες που κάθονται ως μαύρα χαλασμένα δόντια
στα παγκάκια του λιμανιού περιμένοντας
ένα καράβι που ποτέ δεν θα έρθει ένα αύριο που δεν θέλουν να φτάσει.

Όταν γυρίζει σπίτι βρίσκει παντελονάκια με στίχους
κυρίως από τα παιδικά του χρόνια.
Τους παραδίδει αυθωρεί στην γυναίκα του με τρομαγμένα χέρια.
Η γυναίκα του ενοχλείται ιδιαίτερα από τα σύμφωνα,
τα οποία διαθέτουν οξύτατες γωνίες και τραυματίζουν τους μην προσέχοντες.
Αφού καθαρίσει καλά τα ποιήματα ώστε να μην φαίνονται
θα του πει υψιφώνως « πολλά ευ για έναν τόπον μικρότατον, είναι πλεονασμός.
Πήγαινε αμέσως να φτιάξεις το καζανάκι. Ουδεμία άλλη έχεις προοπτική»
Σκαλίζοντας τότε στους βυθούς, θα σηκώσει το βλέμμα
και εκ του παραθύρου της τουαλέτας θα δει και αυτός,
έναν ήλιο, φωτεινότατο άστρο.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Χαριτωνίδης, Τρία Ποιήματα

ΘΕΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Το γενέθλιο
αγαπημένο τόπο
επισκέπτεται συχνά η Αφροδίτη.
Το μονοπάτι
Όλυμπος – Αιγαίο – Κύπρος
(κάποτε άγονη γραμμή, κάποτε όχι)
επιλέγει να κατέβει.
Πως τον Έρωτα
βάρβαροι τώρα τον κρατούν
είναι βεβαιότητα θνητών.
Τα δέκα
Τα εκατό
Τα χίλια χρόνια
είναι διάστημα μικρό για τους Θεούς.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Δρόμος Μεταξύ Ουρανού και Γης»

Απελπισία

Όταν μιας ώρας κέρδη τους
ή το ετήσιο μέρισμα των μετοχών τους
ισούνται ή ξεπερνούν μαζί
όλους τους μισθούς της ζωής σου
και τα έξοδα κηδείας
όταν το χαρτζιλίκι των παιδιών τους
τα σπορ αμάξια που τους αγοράζουν
είναι όλα της ανεργίας τα επιδόματα
όλα τα συσσίτια στους μαθητές
που ο ένας μετά τον άλλο
λιποθυμούν από ασιτία
ή την ώρα που διαμοιράζεται το γάλα
κι αλείβεται το ψωμί με φτηνή μαρμελάδα
κρύβονται από ντροπή
στις τουαλέτες των σχολείων
να μη φανεί ότι δεν πήραν πρόγευμα
ότι δεν είχανε λεφτά για την καντίνα
διότι ο πατέρας τους κείτεται μήνες ανήμπορος
σε κιτρινισμένο στρώμα
ενώ η μητέρα τους καθαρίζει σκάλες
την ώρα που οριστικά φυλλοροεί
το απαλό της χάδι πάνω στο κρύο μάρμαρο
όταν με την αφθονία των εδεσμάτων
στις λαμπερές τους δεξιώσεις
ένεκα νηπενθούς γαμήλιας επετείου
(ή πένθιμης απώλειας προσφιλούς)
επιτυχών εμπορικών συναλλαγών
ή κολοσσιαίων συγχωνεύσεων
διασκεδάζοντας με αυλικούς της εξουσίας
κάνοντας γενναιόδωρες εισφορές
για τις προεκλογικές τους εκστρατείες
κρυφίως αλλά με στενοχώρια
για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος
θα μπορούσε να ταϊστεί
ένα κομμάτι αυτού του πεινασμένου πλήθους
που έρπει στιγματίζοντας ιστορικές πλατείες
την ευπρέπεια της ηθικής τους
κι αν τυχόν κάνει να σηκωθεί
θα καταρρεύσει πέφτοντας
σε προκατασκευασμένους ομαδικούς τάφους
όταν εγώ
χτυπημένος από επίμονη βρογχίτιδα
πολύ καπνό και αδιάκοπη ροή απελπισίας
τίποτα δεν μπορώ να κάνω για όλα αυτά
και μόνο να γράφω μπορώ
μόνο να γράφω
ποιήματα λαξεύοντάς τα σε τόξα
και στίχους τροχίζοντάς τους σε βέλη
για να σημαδεύω
χωρίς μάτια
χωρίς μάτια πια
τα απεχθή είδωλά τους
δίχως κάποια έστω
πιθανότητα επιτυχίας.

Διαβάστε περισσότερα