
`
Όταν η πόλη γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους, ανοίγουν οι μαστοί πελώριας νύκτας.
`
Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού κι ανάπαυση λεχώνας.
Οι άντρες βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.
Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δυο, να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του. Τα έχουν αυτά οι έρωτες· τους ακρωτηριασμούς. Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής. Με τις αψιμαχίες των ανθρώπινων καρδιών, βαθιά, ως το μεδούλι της ζωής και του θανάτου το κόκκαλο.
Μονάχα που οι γυναίκες, επειδή αγαπούν πολύ τους άντρες, μπορούν και τίμια να τους επιδικάσουν ζεστό καφέ του πρωινού και το κασκόλ, που τους τυλίγουν στο λαιμό.
Εκεί μακριά, στην άκρη κάποιου λιμανιού – και λέω πως κάθε πόλη θα έπρεπε να έχει ένα λιμάνι – η γυναίκα με το κόκκινο παλτό φώτισε σαν τεράστια πυρκαγιά τη νύκτα. Έκοψε με μία ψαλιδιά τα εβένινα μαλλιά της, τα πέρασε στη βελόνα της και άρχισε να πλέκει ένα πουλόβερ.
Κάθε πόλη πρέπει να έχει το λιμάνι της και τη γυναίκα της. Για να θωπεύει τους άντρες μόλις πιάνουν στεριά, έτοιμοι πάλι να φύγουν, με πικρά αγρυπνημένα στόματα και με βαριά φτερά βουτηγμένα στην πίσσα της ωκεάνιας νύκτας. Πρόθυμο τόξο θα λυγίζει το σώμα, θα υψώνει το ένα της χέρι κατάρτι, στο νερό θα βυθίζει το άλλο, ριψοκίνδυνα παίζοντας με ένα ενδεχόμενο δελφίνι ή αναπόδραστο ένα σαρκοβόρο.
Το άσπρο μαντιλάκι της μάνας τους πλένεται ξαναπλένεται στο γιαλό της θλίψης· σαν ενοχή · πολυκαιρισμένο. Πιτσιλισμένο με χώμα κι αίμα σαν να είχε σκουπίσει τα σώματα χρόνος κακός σαρώνοντας τα μικρά και τρυφερά παιγνίδια τους.
[…]
Όταν η νύκτα χασμουριέται πάνω από τις στέγες, ανοίγουν οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα.
`
Πότε είναι η διάβρωση, πότε η οξείδωση που κάνουν κοντραμπάντο, άλλοτε όμως η όσμωση και η επίστρωση με νέο σοβά, με χρώμα. Ύστερα πάλι σαπισμένα ξύλα, σκελετοί παλιάς σκάλας, μια καμάρα που γέρνει δίχως συντροφιά. Πληγές καινούργιες το τσιμέντο, πώς να επουλώσει τραύματα παλιά; Οι δρόμοι γεμίζουν μουσικές κι εστιατόρια. Ανάμικτα με κουβέντες, χασμωδίες και συρραφές από θρυμματισμένες στρώσεις πολιτισμών. Έρχονται πλήθος και σιτίζονται κοπαδιαστά. Φεύγουν θυμίζοντας πουλιά που κουβαλούν στο ράμφος τους τη ζωή σαν σπόρο.
Απλώνει η πόλη τα νερά της λύπης της, γίνεται λίμνη. Καρτερεί να καθρεφτίσει σε δυο μάτια μια αγάπη που δεν έρχεται. Γι αυτό κάποιες φορές καθώς οι διαβάτες περνούν, μοιάζουν με τρένα που διασταυρώνονται μαζί της. Στυλώνουν το βλέμμα επάνω της κι εκείνη φεύγει πίσω δίχως να βλέπει. Οι άντρες τότε θυμούνται τις περαστικές που δεν τους κοίταξαν και οι γυναίκες τα κρύα κρεβάτια τους.
Από των τοίχων τις ρωγμές, από μισάνοικτα βλέφαρα παραθυριών και παραβιασμένες πόρτες σπινθηρίζουν μικρές, λιπόθυμες ζωές.
Σε ένα πεθαμένο φαρμακείο εκατόν χρονών είναι ένα γεροντάκι. Κάθεται μέσα σε κιτρινισμένα βαμβάκια, σκονισμένες γάζες, ληγμένες κρέμες, ιώδιο, οξυζενέ, σιρόπια, ψαλίδια μαυρισμένα, λαβίδες, κτένες, χάπια, συσκευασίες στραπατσαρισμένες και τσιρότα. Φαρμακώνουν ή θεραπεύουνε και ποιους; Θωπεύουνε το πένθος. Το αντίδοτο μιας πόλης που πεθαίνει, ο φαρμακοποιός ταριχευτής. Δεν διανυκτερεύει ποτέ.
Η ταρίχευση της καρδιάς είναι η οξύτερη αντίφαση. […]
Διαβάστε περισσότερα