Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, «η Πτήση και το Χιόνι» (ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

`

ΚΗΠΟΥΡΟΣ

Είναι ένας επουράνιος Κηπουρός/
-κολλήγος-
κάθε δεύτερο βράδυ/
ανάβει το φως στη γωνιά του Μαγγελάνου/
και ποτίζει τα νεφελώματα με μια μάνικα χρόνου/
έτσι η ίδια η φύση /
ανίκανη να γεννήσει/
μια στιγμή που να περιέχει/
και την αρχή και το τέλος της/
αρνείται τη διάρκεια/
αντ΄ αυτής-
ως διακοπή της ροής των ενδεχομένων-
επιλέγει/
μια συρραφή από αμετάκλητες μονάδες “τετέλεσται”/
μια τέτοια στιγμή-
κάθε τέτοια στιγμή-
αγκαλιάζω τον ώμο της/
μια αμβλεία καμπύλη σε έναν κόσμο κενού και αιχμών/
κι έτσι πορευόμαστε μικροί κι ασήμαντοι/
-ζώντας στο κύμα των μικρών θανάτων-
ένα στιγμιαίο τέλος σε
λούπα εμπλοκή/

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέργιος Ντέρτσας, Πέντε ποιήματα

`

Με το βαμβάκι

όσες νύχτες
φερθήκαν στα όνειρα μας
τρυφερά
παιχτήκανε στα ζάρια
μες στο σκοτάδι
όπως πάντα
από βαμβακερά χεράκια
που στάζανε αίμα
ενώ εμείς μεθούσαμε
από ικανοποίηση
κι απτόητοι πιστεύαμε
στο θαύμα και στη λύτρωση
ενός φιλιού
μιας αγκαλιάς
μιας  συγχώρεσης
μη ξέροντας
πως αύριο
θα κριθούμε ένοχοι
γιʼ αυτό
και θα τιμωρηθούμε
σκληρά και παραδειγματικά

όπερ και εγένετο

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στάθης Λειβαδάς, Επτά ανέκδοτα ποιήματα

`

ʽI was
And I no more exist;
Here drifted
An hedonistʼ.

Ezra Pound, Hugh Selwyn Mauberley

`

I.

Σʼ έψαχνα μέσα από τις γρίλιες
των ηλιόλουστων επετείων
και σε βρήκα παράταιρο τροχιοδεικτικό την αυγή,
ένα ξεκούρδιστο fado
σε κολιγόσπιτα του Alentejo.

Σε φίλησα με το γλυκό κρασί
του αποχαιρετισμού
κιʼ έσκαψα δέκα οργιές
σε νοτισμένο χώμα
να παραχώσω
το ανεπέρειστο μπόϊ σου.

Σε κράτησα στο νύν της κλεψύδρας,
μού γλίστρησες
πριν να προλάβω τον επόμενο
αποβλεπτικό δείκτη
στην σαρακοφαγωμένη φόδρα
του πανωφοριού μου.

Σε βρήκα στητό στο πόστο σου
αψύ σαν το κόκκινο χωρατό
σε συντροφικάτο παραγώνι,
σε άφησα πελιδνή εικασία
μέσα στο κουκούλι
του Eta Carinae.

Ήταν οξύ το γέλιο σου
και οιωνεί ερεβώδες
σαν το έρκος
των παραμελημένων δοντιών σου,
λειάνθηκε μέσα στις αμμουδέρες
και τα κρουστά οιδήματα
των τροπικών ημερόνυχτων,
χάθηκε αναποτρέπτως
κάτω απʼτα τεντόπανα
μικροαστικών διαμερισμάτων.

Τώρα βρυκολακιάζουν οι λέξεις
και γίνονται πρόσωπα
με σπασμένη
τη συμμετρία των ζυγωματικών,
σαν τσακισμένα σφεντάμια
από οπλές βουβαλιών
και τα πρόσωπα αποστεώνονται
σε φθόγγους
χωρίς ούτʼ ένα στίγμα αίμα
να καλαφατίζεις το φρέαρ του απόλυτου
πού αιωρείται πάνω μας
σαν άρρητο ίχνος
στις ουρές υπερβατικών αναγωγών.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, «Ο Νώε στην πόλη», εκδ. Πλανόδιον 2012 [επιμέλεια-επίμετρο: Γιώργος Κ. Μύαρης]

`

Όταν η πόλη γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους, ανοίγουν οι μαστοί πελώριας νύκτας.

`

Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού κι ανάπαυση λεχώνας.
Οι άντρες βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.

Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δυο, να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του. Τα έχουν αυτά οι έρωτες· τους ακρωτηριασμούς. Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής. Με τις αψιμαχίες των ανθρώπινων καρδιών, βαθιά, ως το μεδούλι της ζωής και του θανάτου το κόκκαλο.

Μονάχα που οι γυναίκες, επειδή αγαπούν πολύ τους άντρες, μπορούν και τίμια να τους επιδικάσουν ζεστό καφέ του πρωινού και το κασκόλ, που τους τυλίγουν στο λαιμό.

Εκεί μακριά, στην άκρη κάποιου λιμανιού – και λέω πως κάθε πόλη θα έπρεπε να έχει ένα λιμάνι – η γυναίκα με το κόκκινο παλτό φώτισε σαν τεράστια πυρκαγιά τη νύκτα. Έκοψε με μία ψαλιδιά τα εβένινα μαλλιά της, τα πέρασε στη βελόνα της και άρχισε να πλέκει ένα πουλόβερ.

Κάθε πόλη πρέπει να έχει το λιμάνι της και τη γυναίκα της. Για να θωπεύει τους άντρες μόλις πιάνουν στεριά, έτοιμοι πάλι να φύγουν, με πικρά αγρυπνημένα στόματα και με βαριά φτερά βουτηγμένα στην πίσσα της ωκεάνιας νύκτας. Πρόθυμο τόξο θα λυγίζει το σώμα, θα υψώνει το ένα της χέρι κατάρτι, στο νερό θα βυθίζει το άλλο, ριψοκίνδυνα παίζοντας με ένα ενδεχόμενο δελφίνι ή αναπόδραστο ένα σαρκοβόρο.

Το άσπρο μαντιλάκι της μάνας τους πλένεται ξαναπλένεται στο γιαλό της θλίψης· σαν ενοχή · πολυκαιρισμένο. Πιτσιλισμένο με χώμα κι αίμα σαν να είχε σκουπίσει τα σώματα χρόνος κακός σαρώνοντας τα μικρά και τρυφερά παιγνίδια τους.

[…]

Όταν η νύκτα χασμουριέται πάνω από τις στέγες, ανοίγουν οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα.
`

Πότε είναι η διάβρωση, πότε η οξείδωση που κάνουν κοντραμπάντο, άλλοτε όμως η όσμωση και η επίστρωση με νέο σοβά, με χρώμα. Ύστερα πάλι σαπισμένα ξύλα, σκελετοί παλιάς σκάλας, μια καμάρα που γέρνει δίχως συντροφιά. Πληγές καινούργιες το τσιμέντο, πώς να επουλώσει τραύματα παλιά; Οι δρόμοι γεμίζουν μουσικές κι εστιατόρια. Ανάμικτα με κουβέντες, χασμωδίες και συρραφές από θρυμματισμένες στρώσεις πολιτισμών. Έρχονται πλήθος και σιτίζονται κοπαδιαστά. Φεύγουν θυμίζοντας πουλιά που κουβαλούν στο ράμφος τους τη ζωή σαν σπόρο.
Απλώνει η πόλη τα νερά της λύπης της, γίνεται λίμνη. Καρτερεί να καθρεφτίσει σε δυο μάτια μια αγάπη που δεν έρχεται. Γι αυτό κάποιες φορές καθώς οι διαβάτες περνούν, μοιάζουν με τρένα που διασταυρώνονται μαζί της. Στυλώνουν το βλέμμα επάνω της κι εκείνη φεύγει πίσω δίχως να βλέπει. Οι άντρες τότε θυμούνται τις περαστικές που δεν τους κοίταξαν και οι γυναίκες τα κρύα κρεβάτια τους.
Από των τοίχων τις ρωγμές, από μισάνοικτα βλέφαρα παραθυριών και παραβιασμένες πόρτες σπινθηρίζουν μικρές, λιπόθυμες ζωές.
Σε ένα πεθαμένο φαρμακείο εκατόν χρονών είναι ένα γεροντάκι. Κάθεται μέσα σε κιτρινισμένα βαμβάκια, σκονισμένες γάζες, ληγμένες κρέμες, ιώδιο, οξυζενέ, σιρόπια, ψαλίδια μαυρισμένα, λαβίδες, κτένες, χάπια, συσκευασίες στραπατσαρισμένες και τσιρότα. Φαρμακώνουν ή θεραπεύουνε και ποιους; Θωπεύουνε το πένθος. Το αντίδοτο μιας πόλης που πεθαίνει, ο φαρμακοποιός ταριχευτής. Δεν διανυκτερεύει ποτέ.
Η ταρίχευση της καρδιάς είναι η οξύτερη αντίφαση. […]

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Λάμπρος Κερεντζής, τρία ποιήματα

`

Τεχνικές οδοντοστοιχίες,

Ετερώνυμες κουβέντες
χτίζουν ένα κόσμο χαοτικό,
που μένει πάντα γκρεμισμένος.

Σώματα τεμαχισμένα,
τρέχουν κάτω από ουρλιαχτά
αδέσποτων σκύλων,
που αποφεύγουν
τα μεθυσμένα βήματα του πλήθους.

Πληγές χαμογελάνε,
φανερώνοντας
τις τεχνικές οδοντοστοιχίες,
να μασάνε
την ωριμότητα με δυσκολία.

Διαβάστε περισσότερα