Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Πότε κλείνουν οι στοές;» | Ένας παλιός καινούριος δίσκος (γράφει ο Μιχάλης Γελασάκης)

Πάει καιρός από τότε που διαβάζαμε και γράφαμε για δίσκους. Τώρα -αν θέλουμε- πατάμε και τους ακούμε. Σπάνια ολόκληρους, συνήθως αποσπασματικά. Εδώ όμως έχουμε μια περίπτωση εξ-αιρετική. Ο δίσκος που χειροτέχνησαν η Νάντη Χατζηγεωργίου (τραγούδι-στίχοι) και ο Κρέοντας Κανακάρης (τραγούδι-μουσική) είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν στις τελευταίες κυκλοφορίες.

 

Δημιουργείται την εποχή των ανελέητων stories και της παραγωγής περιεχομένου, αλλά η αισθητική του, η δυναμική, η ταχύτητα, η αγωνία και ο ερωτισμός του είναι άλλης εποχής, απροσδιόριστης. Είναι μια καλλιτεχνική απάντηση, στα θλιβερά ερωτήματα αυτής της εποχής.

Η πηγή, όπως και αν τον ακούσεις, είναι η ποίηση που φαίνεται ξεκάθαρα στο κομμάτι “Κινέζες πωλήτριες” που συνομιλεί χωρίς την πρόθεση να το κάνει, με τον κόσμο της Μαριανίνας Κριεζή. Μια απαγγελία με συνοδεία κλασικής κιθάρας. Αίσθημα και λιτότητα. Ουσία και πραγματική ανάγκη έκφρασης. Σου αφήνει την αίσθηση που αφήνουν οι άνθρωποι που μεγάλωσαν κοντά στη θάλασσα.

Τραγούδια που θα μπορούσε να τραγουδάει η Μαρίκα Παπαγκίκα, η Σωτηρία Λεονάρδου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη (της Οπιθτοδρομικής Κομπανίας), σε καπνισμένα πάλκα. Σήμερα όμως ακούγονται στην άκαπνη σκηνή του Youtube και του Spotify.

Μπαλάντες με κλασική κιθάρα, λαϊκοπαραδοσιακά μοτίβα, αλλά και ρεμπέτικα. Ντουέτα και “ατάκες” που έχουν τη γλύκα της αγκαλιάς και της περιπλάνησης δίχως την πίκρα εντυπωσιασμού. Για να είναι ένα λουλούδι σαν δέντρο, έχει βαθιές ρίζες και ο δίσκος αυτός είναι και λουλούδι ψηλό και ρίζα απλωμένη. Θα μπορούσε να είναι πιο πλούσιος ηχητικά; Θα μπορούσε. Όμως ο συναισθηματικός του πλούτος, αν καταφέρει κανείς να τον ακούσει, είναι το κέρδος. Όχι εκείνων που τον έφτιαξαν, αλλά το δικό του.

 

Ευθείες ή πλάγιες, εμφανείς ή υπονοούμενες αναφορές σε ποιητές και τροβαδούρους. Την Αρλέτα, τον Μπρασενς, τον Ρασούλη, τον Ξυδάκη, τον Παπάζογλου, της συννεφούλας τον Σαββόπουλο, αλλά και φυσικά τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον Ζακ Πρεβερ τον ψυχαναλυτή Λακάν.

 

Η Νάντη Χατζηγεωργίου γράφει ποιήματα. Αν δεν το ξέρεις το νιώθεις διαβάζοντας τους στίχους της και παρατηρώντας τον τρόπο που ερμηνεύει. Ο Κρέοντας Κανακάρης είναι ένας ιδιοσυγκρασιακός τροβαδούρος με ωραίο όχι μουστάκι, αλλά μούστακα. Γοητευτική περσόνα που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Νέοι πολυτάλαντοι ποιητές και οι δύο διαμορφωμένοι μέσα στην πραγματική Τέχνη.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Μπαλάντες αλλόκοτες και όμορφες» [Μέρος Δ’] (Παραδοσιακά τραγούδια των Βρετανικών νησιών, μετάφραση πάνω στην μελωδία: Κώστας Μαντζάκος)

THE GREY COCK

 

«Πρέπει να φύγω, άλλο δε μένω,

τον πύρινο Τάμεση να διαβώ

να μ’ οδηγήσουν τα βήματά μου

μέχρι να φτάσω κει π’ αγαπώ».

 

Στην πόρτα φτάνοντας γονατίζει,

στο παραθύρι σκύβει σιμά,

«κοιμάσαι μόνη, αγαπημένη;»,

τήνε ρωτάει ψιθυριστά.

 

Άφησε εκείνη το μαξιλάρι,

χιόνι το στήθος της το λευκό:

«ποιός με φωνάζει στο παραθύρι,

και δε μ’ αφήνει σ’ ύπνο γλυκό»;

 

«Είμ’ ο καλός σου, γύρισα πάλι,

άνοιξ’ αγάπη, σε παρακαλώ,

μ’ έχει κουράσει τόσο ταξίδι,

μ’ έχει μουσκέψει τόσο νερό.»

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Χρήσιμα Φαντάσματα» του Ρατσαπούμ Μπουνμπουντσατσόκε (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

Μια αλλόκοτη ιστορία αγάπης

 

 

Η αγάπη δεν περιορίζεται στο σώμα ούτε στον χρόνο, είναι μια επιμονή της μνήμης και της επιθυμίας να υπάρχει ο άλλος, ακόμη κι όταν απουσιάζει.

Τα «Χρήσιμα Φαντάσματα» είναι από εκείνες τις ταινίες που ξεκινούν με μια σχεδόν παράλογη ιδέα και καταλήγουν να μιλούν με απροσδόκητη τρυφερότητα για τον έρωτα, την απώλεια και τη δυσκολία της αποδοχής. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται ένας άντρας, ήσυχος, σχεδόν αόρατος μέσα στην καθημερινότητά του, που έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει, αλλά ούτε και να αρνηθεί, την επιστροφή της νεκρής συζύγου του, όχι ως ανθρώπινη μορφή, αλλά ως πνεύμα παγιδευμένο μέσα σε μια ηλεκτρική σκούπα.

Η ταινία ξεδιπλώνεται αρχικά μέσα από μια ατμόσφαιρα μυστηρίου. Ένας νεαρός άντρας ο Μαρτς (Γουιτσαρούτ Χιμαράτ) αγοράζει μια φαινομενικά συνηθισμένη ηλεκτρική συσκευή, όμως η νύχτα φέρνει μαζί της έναν ανεξήγητο ήχο, έναν βήχα που μοιάζει ανθρώπινος, σχεδόν σπαρακτικός. Αυτό το εύρημα λειτουργεί σαν ρωγμή στην πραγματικότητα, από εκεί και πέρα, ο κόσμος της ταινίας αρχίζει να γλιστρά σε μια περιοχή όπου το παράλογο γίνεται αποδεκτό ως καθημερινότητα.

Η αποκάλυψη έρχεται μέσω ενός τεχνικού, ο οποίος, αντί να διορθώσει απλώς τη συσκευή, λειτουργεί σαν αφηγητής ενός αλλόκοτου θρύλου. Μιλά για τη Νατ (Ντάβικα Χουρν), μια γυναίκα που πέθανε από αναπνευστική λοίμωξη, αλλά δεν εγκατέλειψε ποτέ τον σύζυγό της. Το πνεύμα της, δεμένο από αγάπη και ανάγκη, βρήκε καταφύγιο μέσα σε μια ηλεκτρική σκούπα, ένα αντικείμενο ειρωνικά συνδεδεμένο με την αναπνοή, τη σκόνη και την επιβίωση.

Από εκείνο το σημείο, η ταινία μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη ιστορία επανασύνδεσης. Ο άντρας καλείται να διαχειριστεί μια σχέση που συνεχίζεται πέρα από τα όρια της ζωής, αλλά με όρους εντελώς διαφορετικούς. Δεν υπάρχει άγγιγμα, δεν υπάρχει βλέμμα, μόνο ήχοι, ενδείξεις παρουσίας και μια διαρκής αίσθηση ότι η αγάπη επιμένει, έστω και αλλοιωμένη. Το συναίσθημα δεν μειώνεται, αντίθετα, γίνεται πιο έντονο μέσα στην αδυναμία του να εκφραστεί με τον «κανονικό» τρόπο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Η Μαρία Μανωλοπούλου μιλά για το βιβλίο της «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie» [εκδ. 24γράμματα, 2026]

Η νουβέλα «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie» γράφτηκε με αφορμή την επιστροφή σε μια ημερομηνία που ενώ φαινομενικά ανήκει στη σφαίρα της δημόσιας είδησης, λειτούργησε ως κατεξοχήν ιδιωτικό γεγονός: 11 Ιανουαρίου 2016, η μέρα της είδησης του θανάτου του David Bowie. Εκείνη η στιγμή δεν καταγράφηκε απλώς η απώλεια ενός καλλιτέχνη· βιώθηκε ως ασυνέχεια στον χρόνο, που οδήγησε στο ερώτημα πώς εγγράφεται η τέχνη στη ζωή και, τελικά, τι σημαίνει να χάνει κανείς κάτι που ποτέ δεν του ανήκε.

Το έργο γεννήθηκε από την ανάγκη κατανόησης της μετουσίωσης της αισθητικής εμπειρίας σε υπαρξιακό γεγονός. Δεν αποτέλεσε φόρο τιμής ούτε βιογραφική αντανάκλαση· αντιστάθηκε συνειδητά τον δρόμο της αγιογραφίας. Κεντρική είναι η ιδέα ότι το μουσικό σύμπαν του Bowie δεν λειτουργεί μόνο στη μνήμη ή στην αναφορά, αλλά προσφέρει έναν τρόπο βίωσης του χρόνου διαφορετικά, έναν ρυθμό που διαρρηγνύει τη γραμμικότητα και επιτρέπει την ταυτόχρονη συνύπαρξη παρελθόντος και παρόντος. Αυτή η διάρρηξη αντανακλά την ίδια την αμφισημία και τη ρευστότητα της προσωπικότητας του ειδώλου, ενός καλλιτέχνη που αρνήθηκε τη στατική ταυτότητα και τις βεβαιότητες.

Η Άβα και ο Φοίβος σχεδιάστηκαν ως φορείς εμπειρίας, δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας φθοράς, παρά ως παραδοσιακοί χαρακτήρες. Η Άβα κουβαλά το βάρος της τελειότητας, της πειθαρχίας, της έκθεσης, μια φυλακή από φως που την απομάκρυνε από την ουσία της ύπαρξης. Το σώμα και η φωνή της υπήρξαν εργαλεία τέχνης, αλλά και πεδία εξάντλησης, ειδικά μετά το σημείο μηδέν της ζωής της, τον θάνατο του πιο αγαπημένου της προσώπου. Ο Φοίβος κινείται στην περιοχή της διάλυσης, ένας Major Tom σε ελεύθερη πτώση, μια ύπαρξη που γνώρισε τη λάμψη δίχως να κατορθώσει να τη συγκρατήσει, καταλήγοντας αόρατος στα υπόγεια του Μάντσεστερ. Ανάμεσά τους δεν αναπτύσσεται μια αφήγηση ενός έρωτα με όρους πληρότητας, αλλά μια συνάντηση μέσα στην έλλειψη, που ξεκίνησε μέσα στον παλμό του κλαμπ Amnesia στην Ίμπιζα.

Η τριήμερη παύση που αποφασίζουν, με αφορμή τον θάνατο του Bowie, αποτέλεσε τον πυρήνα της αφήγησης, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται. Οι πόλεις και οι διαδρομές επιστρέφουν θραυσματικά, συγκροτώντας ένα παλίμψηστο εμπειρίας που διατρέχει ψυχικά τοπία, από την Αθήνα, το Λονδίνο και το Παρίσι μέχρι το Ζερμάτ, την Ίμπιζα και τη Νέα Υόρκη.

Η μουσική του Bowie λειτούργησε δομικά στη γραφή, επιβάλλοντας μια λυρική οικονομία. Στόχος ήταν να μεταφερθεί στη γλώσσα μια διάρκεια παρόμοια μ’ εκείνη ενός τραγουδιού: μια ενότητα που αρχίζει, κορυφώνεται και σβήνει, αφήνοντας ένα ίχνος. Η αφήγηση ακολουθεί αυτόν τον ρυθμό, κινείται ανάμεσα στο ελάχιστο και στο απολύτως αναγκαίο, προσεγγίζοντας το ανείπωτο μέσα από μικρές, καθημερινές κινήσεις: το στρίψιμο ενός τσιγάρου, το βλέμμα από ένα παράθυρο.

Παράλληλα, το βιβλίο συνομιλεί με τη φθορά, ισορροπώντας ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η νιτσεϊκή κατάφαση· το απόλυτο «ναι» στη ζωή ακριβώς επειδή περιλαμβάνει το χάος και το τραγικό τέλος. Η αφήγηση κατοικεί εκεί όπου το φως της δημόσιας εικόνας σβήνει και δίνει τη θέση του στην ιδιωτική οδύνη. Στον αντίποδα αυτής της σκληρής αυτάρκειας , εισβάλλει η διδασκαλία του Χριστού περί αγάπης και θαύματος. Η σχέση της Άβας και του Φοίβου, που αψήφησε κάθε πρόβλεψη, περιγράφεται ως ένα βιολογικό θαύμα· μια πνευματική σύνδεση που λειτούργησε τελικά ως η μόνη δυνατή παράταση χρόνου. Η απόφαση της Άβας να αναβάλει την ευθανασία στο Άμστερνταμ αποτελεί μια πράξη amor fati πνευματικής αλληλεγγύης προς το Blackstar του Bowie, και μια ύστατη χειρονομία αγάπης.

Εν κατακλείδι, το έργο αποτυπώνει την εμπειρία των ηρώων που στέκονται απέναντι στο αναπόφευκτο και επιμένουν να αισθάνονται. Αυτό που απομένει είναι η ένταση της στιγμής, η επιλογή να χαμογελούν «με αίμα στα χείλη», να της δίνουν βάρος, μορφή και ρυθμό, να την καθιστούν, έστω και για λίγο, κατοικήσιμη, όσο διαρκεί ένα τραγούδι.

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ανεμοδαρμένα Ύψη», 2026 σε σκηνοθεσία Έμεραλντ Φένελ (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

Έρωτας χωρίς έλεος

 

Το σκοτεινό μυθιστόρημα της Μπροντέ για τον έρωτα ως καταστροφή, την ταξική βία και την εμμονή, όπου η φύση και οι άνθρωποι συγκρούονται αδιάκοπα, υπό δοκιμασία.

Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στην κινηματογραφική μεταφορά από την Έμεραλντ Φένελ (“Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα”, “Saltburn”) επιχειρούν κάτι φιλόδοξο, να επανασυστήσει μια από τις πιο σκοτεινές και παρεξηγημένες ιστορίες αγάπης της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύγχρονο κοινό, όχι ως απλό ρομαντικό δράμα εποχής, αλλά ως μια ωμή, σχεδόν εμμονική τραγωδία παθών. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να εξωραΐσει τον μύθο, αντίθετα, βουτά βαθιά στην καρδιά της ιστορίας της Κάθριν Έρνσοου (Ρόμπι) και του Χίθκλιφ (Ελόρντι), αποκαλύπτοντας την αγάπη τους ως μια δύναμη καταστροφική, αλληλένδετη με την κοινωνική βία, την ταξική ανισότητα και την προσωπική εκδίκηση.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα ανεμοδαρμένα υψίπεδα του δυτικού Γιόρκσαϊρ, έναν τόπο που λειτουργεί, βέβαια, όχι απλώς ως φόντο αλλά ως αντανάκλαση των εσωτερικών συγκρούσεων των ηρώων. Εκεί, στο απομονωμένο σπίτι των Έρνσοου, καταφθάνει ο Χίθκλιφ, ένα ορφανό παιδί άγνωστης καταγωγής, το οποίο υιοθετεί ο πατέρας της Κάθριν. Από την πρώτη τους συνάντηση, η σχέση των δύο παιδιών ορίζεται από μια σχεδόν άγρια οικειότητα. Μεγαλώνουν μαζί, αψηφώντας κοινωνικούς κανόνες, βρίσκοντας καταφύγιο ο ένας στον άλλον, σε έναν δεσμό που μοιάζει περισσότερο με κοινή ταυτότητα παρά με απλό έρωτα.

Καθώς όμως ενηλικιώνονται, η κοινωνική πραγματικότητα παρεμβαίνει βίαια. Ο Χίθκλιφ παραμένει ένας ξένος, υποβαθμισμένος, στόχος περιφρόνησης και κακοποίησης, ενώ η Κάθριν καλείται να επιλέξει έναν δρόμο που υπόσχεται ασφάλεια και κοινωνική άνοδο. Η απόφασή της να παντρευτεί τον Έντγκαρ Λίντον δεν παρουσιάζεται ως προδοσία από αγάπη, αλλά ως πράξη αυτοσυντήρησης. Η Φένελ δίνει έμφαση στο εσωτερικό ρήγμα της Κάθριν, αγαπά τον Χίθκλιφ με τρόπο απόλυτο, σχεδόν μεταφυσικό, αλλά γνωρίζει πως η ένωση μαζί του θα σήμαινε κοινωνική και προσωπική καταστροφή.

Διαβάστε περισσότερα