Στη συλλογή μικρο-διηγημάτων της Γιώτας Τεμπρίδου με τίτλο ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, διαβάζω έναν λόγο αναίρεσης, πλήγματος, κριτικής και μετασχηματισμού. Αυτή η διατύπωση αρκεί από μόνη της – μέχρι ενός σημείου – για να μας βάλει στο κλίμα της γραφής της Τεμπρίδου και να μας δώσει μια αίσθηση για τη διάθεση και τη δράση της. Η συγγράφισσα αγγίζει ποικίλα θέματα και σχολιάζει διάφορες ιδιότητες – δυνητικές και μη – ανθρώπων με έναν τόνο κι έναν λόγο όχι παθητικού εντοπισμού αλλά ενεργητικού σχολιασμού.
Έτσι, έρχεται κανείς/καμιά σε επαφή με σώματα σε πίεση, με ζωές σε απειλή και ανησυχία, με τον ‘άλλο’ (βλ. τη Λένα, στο ‘Γονικά’, μια άλλη (;) Λένα στο ‘Τα τελευταία λόγια της’, τον Κώστα, στο ‘Στιλ’, τον Γρηγόρη, στο ‘Ασθενείς και τραύματα’ και άλλους/ες χαρακτήρες – που είτε κατονομάζονται ρητά είτε όχι).
Στα κείμενα της συλλογής παρατηρείται η δράση – αλλά και η αυξανόμενη ανάπτυξη – μιας φιλοσοφικής, στοχαστικής γραφής που διερευνά τα πεδία και της διαστάσεις – όχι μόνο – του υπαρκτού και μελετά με έναν ιδιαίτερο – επιτελεστικό – τρόπο τις τροχιές της σκέψης, της παρατήρησης, της φαντασίας και του βιώματος. Η Τεμπρίδου χειρίζεται εύστοχα τη μικρή φόρμα και ελίσσεται ποικιλοτρόπως. Ασχολείται με τον λόγο (της) κάνοντας κάτι σημαντικό: αντί να δίνει προτεραιότητα και αποκλειστικότητα στα – σημαντικά μεν αλλά περιορισμένης δράσης – εργαλεία της διαπίστωσης, της παράθεσης και της περιγραφής, μοιάζει να αρνείται την ασφάλεια και τη στασιμότητά τους και προχωρά στην τολμηρή και ριψοκίνδυνη πρακτική της – ως επί το πλείστον εγκρατούς – τοποθέτησης.
Σημαντικό είναι και το χαρακτηριστικό ότι οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, αν και πεζογραφικό – με την ευρεία αλλά και κατεστημένη έννοια – λογοτέχνημα κυριαρχούνται από έντονη, εσωτερική και ρευστή ποιητικότητα η οποία αλληλεπιδρά με μια ομαλότητα με τον αναλυτικό λόγο και διαχέεται σε όλες τις διαστάσεις των μικρο-διηγημάτων. Δεν αποτελεί δηλαδή απλώς ύφος, αλλά και τρόπο.
Ακόμη, στις σελίδες των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, βλέπω εύγλωττα και μινιμαλιστικά μικρο-διηγήματα που μέσα από μια λιτή και απλή έκφραση καταφέρνουν να ελκύσουν, αλλά και να προκαλέσουν, τον/την αναγνώστη/στρια. Πιο συγκεκριμένα, οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’ φαίνεται να μην λειτουργούν υπό τον απόλυτο έλεγχο του συγγραφικού υποκειμένου, αλλά πιο συλλογικά, και να διαμορφώνουν ένα συνεργατικό πλαίσιο εντός του οποίου η γραφή δεν εξουσιάζει. Η γραφή της Τεμπρίδου δίνει άπλετο χώρο και χρόνο στον/στην αναγνώστη/στρια χωρίς να τον/την υποβάλλει σε περίκλειστα λογοτεχνικά – συγγραφοκεντρικά – μονοπάτια και χωρίς να τον/την περιορίζει σε σταθερές και μονοσήμαντες ερμηνευτικές προοπτικές.
Και κάτι πολύ σημαντικό: η – με την καλή έννοια – αποτελεσματική εκμετάλλευση του περιεχομένου του εν λόγω βιβλίου από μέρους των αναγνωστών/στριών μπορεί να συμβεί μέσα από τη διάρρηξη μιας πολύ συνηθισμένης, ενοχλητικής και τοξικής – στην ουσία της – σχέσης. Τι εννοώ; Οι άνθρωποι που ζουν εντός των ιστοριών των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, είναι καλύτερο να γίνουν αντιληπτοί όχι ως ελλειμματικοί ή/και ποικιλοτρόπως πάσχοντες. Αυτό θα ήταν μεγάλο κρίμα. Δε θέλουν απλώς να μιλήσουν – δηλαδή να υπάρξουν απλώς ως μαριονέτες μέσα σ’ ένα ψυχαναλυτικό κλίμα κακοποίησης – αλλά και να ακουστούν, να αποκτήσουν δηλαδή μη πλασματική ορατότητα. Κι εδώ είναι που κρύβεται ο ρόλος του/της αναγνώστη/στριας, ο/η οποίος/α καλείται να υιοθετήσει και να διαχειριστεί έναν άλλον τρόπο συνύπαρξης και – κυρίως – αλληλεπίδρασης, μη κυριαρχικό, πατροναριστικό, χειριστικό και επιβαλλόμενο, να απολέσει το όποιο αίσθημα υπεροχής και να αμφισβητήσει τα κανονικοποιητικά πλαίσια δράσης.
Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συγγράφισσα για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον/την αναγνώστη/στρια. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.
Διαβάστε περισσότερα