Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ευαγγελία Μινάρδου – Αδάμου: «Τυχερός όποιος βρίσκει ψυχή που επιθυμεί κι αντέχει το μοίρασμα…» (Συνέντευξη στην Γκέλη Ντηλιά)

Ένα βιβλίο γεμάτο Αιγαίο, αλμύρα, ξωκλήσια και θύμησες. Ένα βιβλίο γεμάτο Τρίκαλα, λουλουδιασμένους κήπους, αέρα που μυρίζει έλατα και συζητήσεις μπροστά στο τζάκι. Όλα αυτά, στο βιβλίο της Ευαγγελίας Μινάρδου – Αδάμου «Φωτεινές  γραφές», από τις εκδόσεις Γραφή, με λογοτεχνικά κείμενα δικά της και φωτογραφίες κυρίως της ιδίας και κάποιες του γιου της, Παναγιώτη Αδάμου, της κόρης της, Μαριλίας Αδάμου και αγαπημένων φίλων, που τις παραχώρησαν ευγενικά στη συγγραφέα προς δημοσίευση.

 

 

Ναύπλιο – Τήνος, πλέοντας στη θερινή ραστώνη.

 Αν η Τήνος ήταν ακροστιχίδα, πώς θα την έγραφες;

Δύσκολο να χωρέσω όλα όσα θα ήθελα και θα άξιζε να πω για το νησί της καρδιάς μου σε μια ακροστιχίδα, αξίζει όμως το εγχείρημα. Ας το τολμήσω, λοιπόν, με ένα μικρό, καλοκαιρινό στιχούργημά μου!

Τραγούδι μυρωμένο του βοριά

Ηλιόφωτο και κάτασπρα χωριά

Νερά γαλάζια, άμμος χρυσαφιά

Ονείρου τόπος, τέχνη κι ομορφιά

Στης Μάνας Παναγιάς την αγκαλιά.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Μια άλλη Θήβα» (Tebas Land) του Σέρχιο Μπλάνκο / Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

Το «Μια άλλη Θήβα» του Γαλλο-ουρουγουανού Σέρτζιο Μπλάνκο είναι μια πονηρή, ανησυχητική μετα-θεατρική εξομολόγηση, μια αίθουσα καθρεφτών όπου η πατροκτονία, η συγγραφή και η πατρότητα συνεχίζουν να καταβροχθίζουν η μία την άλλη σαν φίδι που τρώει την ουρά του.

Επιφανειακά, η πλοκή είναι παραπλανητικά απλή: ένας θεατρικός συγγραφέας – ο οποίος είναι αναμφισβήτητα το alter ego του Μπλάνκο, προσκολλάται στην πραγματική δολοφονία ενός πατέρα από τον εικοσάχρονο γιο του, Μάρτιν. Το έγκλημα είναι βάναυσο, το κίνητρο μη ηρωικό: ο Μάρτιν, ένα αγόρι σφυρηλατημένο μέσα στη βία και την παραμέληση, ξεσπά μια μέρα και κατακρεουργεί τον πατέρα του με δεκάδες μαχαιριές. Η κοινωνία, με τον καλοκουρδισμένο μηχανισμό τιμωρίας της, τον κλείνει ισόβια μέσα.

Αλλά ο Μπλάνκο δεν αρκείται στο να αφήσει την ιστορία του Μάρτιν να πεθάνει πίσω από τα κάγκελα. Αντίθετα, τον κάνει πρώτη ύλη για το επόμενο έργο του «Μια άλλη Θήβα» καλώντας το φάντασμα του Σοφοκλή να δικαστεί σε έναν νέο αιώνα. Επισκέπτεται τον Μάρτιν στη φυλακή, τροφοδοτώντας τον όχι μόνο με τσιγάρα ή ιστορίες αλλά και με το τρομερό ερώτημα: τι σημαίνει να σκοτώνεις τον πατέρα σου; Και σκοτώνεις ποτέ μόνο έναν πατέρα, ή ολόκληρη την έννοια της πατρότητας; Το φάντασμα του Φρόιντ πλανάται σε κάθε γραμμή.

Τα πράγματα εξελίσσονται περαιτέρω. Ο Μπλάνκο θέλει ο Μάρτιν να υποδυθεί τον εαυτό του στη σκηνή, να αναπαραστήσει το δικό του έγκλημα και ίσως να διεκδικήσει κάποια κυριότητα πάνω στην αφήγησή του. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αρνείται. Και έτσι ο θεατρικός συγγραφέας αντικαθιστά τον σαρκικό και αιματηρό πατροκτόνο με τον Φεντερίκο, έναν ηθοποιό που θα υποκαταστήσει τον Μάρτιν και, κατ’ επέκταση, την κατακερματισμένη ταυτότητα του ίδιου του συγγραφέα.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Honoré de Balzac, «Το καταραμένο παιδί» | (Σκηνοθεσία Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα [από 3/11 στο Θέατρο Arroyo]

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρουσιάζεται επί σκηνής «Το καταραμένο παιδί», ένα από τα πιο ποιητικά έργα του Honoré de Balzac, σε διασκευή και σκηνοθεσία των Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα.

Μετά την σύγχρονη ελληνική δραματουργία («Spa-σε κατάρα», «Ονόριο, τα ανομήματα ενός εγκληματία», «Φροσύνη» και «Πασού»), το σκηνοθετικό δίδυμο καταπιάνεται με την παγκόσμια λογοτεχνία, διασκευάζοντας για το θέατρο έναν από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους όλων των εποχών.

Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα στις 3 Νοεμβρίου 2025 στο Θέατρο Arroyo, όπου θα παίζεται κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15.

 

Λίγα λόγια για το έργο:

Λίγο μετά τον Μεσαίωνα, μέσα στη δίνη των Θρησκευτικών Πολέμων της Γαλλίας, ο τρομερός κόμης ντ’ Ερουβίλ παντρεύεται την Ιωάννα. Επτά μήνες μετά τον γάμο τους, με τη βοήθεια του γιατρού Μποβουλουάρ, θα γεννηθεί ο Ετιέν. Ο κόμης αμφισβητώντας την τιμιότητα της γυναίκας του και με βαθιά απέχθεια για το αδύναμο βρέφος, καταριέται το παιδί του, διατάζοντας την Ιωάννα να το μεγαλώσει μακριά από εκείνον, στον περίβολο του πύργου του. Ο πρόωρος θάνατος της γυναίκας του, αλλά και του δεύτερου γιου του, θα τον αναγκάσει να στραφεί στον Ετιέν ως τελευταία ελπίδα να διαιωνιστεί το όνομα του οίκου του. Η μοίρα όμως έχει τα δικά της σχέδια για την πορεία αυτής της σκοτεινής ιστορίας.

Μια αριστουργηματική νουβέλα του σπουδαίου Γάλλου συγγραφέα ζωντανεύει επί σκηνής στηλιτεύοντας τις βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις των ανθρώπων, τον οικογενειακό επεκτατισμό και την πατριαρχία. Ο συγγραφέας μεμαεστρία σχολιάζει τα πρότυπα των μεγάλων οίκων, τη διαφθορά και την έπαρση της εξουσίας, τη χειραγώγηση των παιδιών της οικογένειας και τη σκληρή υποταγή στον βωμότης φεουδαρχίας, μέσα από μια συγκινητική ιστορία, «ένα μικρό μελαγχολικό ποίημα, όπου τίποτα δεν θα μπορούσε να ειπωθεί με άλλον τρόπο», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το έργο του αυτό.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιώτα Τεμπρίδου: «Η λογοτεχνία θα μπορούσε και χωρίς χώρο» [Συνέντευξη στον Μιχάλη Κατσιγιάννη]

Στη συλλογή μικρο-διηγημάτων της Γιώτας Τεμπρίδου με τίτλο ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, διαβάζω έναν λόγο αναίρεσης, πλήγματος, κριτικής και μετασχηματισμού. Αυτή η διατύπωση αρκεί από μόνη της – μέχρι ενός σημείου – για να μας βάλει στο κλίμα της γραφής της Τεμπρίδου και να μας δώσει μια αίσθηση για τη διάθεση και τη δράση της. Η συγγράφισσα αγγίζει ποικίλα θέματα και σχολιάζει διάφορες ιδιότητες – δυνητικές και μη – ανθρώπων με έναν τόνο κι έναν λόγο όχι παθητικού εντοπισμού αλλά ενεργητικού σχολιασμού.

Έτσι, έρχεται κανείς/καμιά σε επαφή με σώματα σε πίεση, με ζωές σε απειλή και ανησυχία, με τον ‘άλλο’ (βλ. τη Λένα, στο ‘Γονικά’, μια άλλη (;) Λένα στο ‘Τα τελευταία λόγια της’, τον Κώστα, στο ‘Στιλ’, τον Γρηγόρη, στο ‘Ασθενείς και τραύματα’ και άλλους/ες χαρακτήρες – που είτε κατονομάζονται ρητά είτε όχι).

Στα κείμενα της συλλογής παρατηρείται η δράση – αλλά και η αυξανόμενη ανάπτυξη – μιας φιλοσοφικής, στοχαστικής γραφής που διερευνά τα πεδία και της διαστάσεις – όχι μόνο – του υπαρκτού και μελετά με έναν ιδιαίτερο – επιτελεστικό – τρόπο τις τροχιές της σκέψης, της παρατήρησης, της φαντασίας και του βιώματος. Η Τεμπρίδου χειρίζεται εύστοχα τη μικρή φόρμα και ελίσσεται ποικιλοτρόπως. Ασχολείται με τον λόγο (της) κάνοντας κάτι σημαντικό: αντί να δίνει προτεραιότητα και αποκλειστικότητα στα – σημαντικά μεν αλλά περιορισμένης δράσης – εργαλεία της διαπίστωσης, της παράθεσης και της περιγραφής, μοιάζει να αρνείται την ασφάλεια και τη στασιμότητά τους και προχωρά στην τολμηρή και ριψοκίνδυνη πρακτική της – ως επί το πλείστον εγκρατούς – τοποθέτησης.

Σημαντικό είναι και το χαρακτηριστικό ότι οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, αν και πεζογραφικό – με την ευρεία αλλά και κατεστημένη έννοια – λογοτέχνημα κυριαρχούνται από έντονη, εσωτερική και ρευστή ποιητικότητα η οποία αλληλεπιδρά με μια ομαλότητα με τον αναλυτικό λόγο και διαχέεται σε όλες τις διαστάσεις των μικρο-διηγημάτων. Δεν αποτελεί δηλαδή απλώς ύφος, αλλά και τρόπο.

Ακόμη, στις σελίδες των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, βλέπω εύγλωττα και μινιμαλιστικά μικρο-διηγήματα που μέσα από μια λιτή και απλή έκφραση καταφέρνουν να ελκύσουν, αλλά και να προκαλέσουν, τον/την αναγνώστη/στρια. Πιο συγκεκριμένα, οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’ φαίνεται να μην λειτουργούν υπό τον απόλυτο έλεγχο του συγγραφικού υποκειμένου, αλλά πιο συλλογικά, και να διαμορφώνουν ένα συνεργατικό πλαίσιο εντός του οποίου η γραφή δεν εξουσιάζει. Η γραφή της Τεμπρίδου δίνει άπλετο χώρο και χρόνο στον/στην αναγνώστη/στρια χωρίς να τον/την υποβάλλει σε περίκλειστα λογοτεχνικά – συγγραφοκεντρικά – μονοπάτια και χωρίς να τον/την περιορίζει σε σταθερές και μονοσήμαντες ερμηνευτικές προοπτικές.

Και κάτι πολύ σημαντικό: η – με την καλή έννοια – αποτελεσματική εκμετάλλευση του περιεχομένου του εν λόγω βιβλίου από μέρους των αναγνωστών/στριών μπορεί να συμβεί μέσα από τη διάρρηξη μιας πολύ συνηθισμένης, ενοχλητικής και τοξικής – στην ουσία της – σχέσης. Τι εννοώ; Οι άνθρωποι που ζουν εντός των ιστοριών των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, είναι καλύτερο να γίνουν αντιληπτοί όχι ως ελλειμματικοί ή/και ποικιλοτρόπως πάσχοντες. Αυτό θα ήταν μεγάλο κρίμα. Δε θέλουν απλώς να μιλήσουν – δηλαδή να υπάρξουν απλώς ως μαριονέτες μέσα σ’ ένα ψυχαναλυτικό κλίμα κακοποίησης – αλλά και να ακουστούν, να αποκτήσουν δηλαδή μη πλασματική ορατότητα. Κι εδώ είναι που κρύβεται ο ρόλος του/της αναγνώστη/στριας, ο/η οποίος/α καλείται να υιοθετήσει και να διαχειριστεί έναν άλλον τρόπο συνύπαρξης και – κυρίως – αλληλεπίδρασης, μη κυριαρχικό, πατροναριστικό, χειριστικό και επιβαλλόμενο, να απολέσει το όποιο αίσθημα υπεροχής και να αμφισβητήσει τα κανονικοποιητικά πλαίσια δράσης.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συγγράφισσα για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον/την αναγνώστη/στρια. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Ρένος Χαραλαμπίδης: «Τα “Φτηνά Τσιγάρα” συνομιλούν με την μπιτ λογοτεχνία και ποίηση  και δημιουργήθηκαν υπό την απατηλή τους σκιά» [Συνέντευξη στον Γιώργο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη]

Στη φωτογραφία ο Ρένος Χαραλαμπίδης με τον Πωλ Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. (Αρχείο Ρένου Χαραλαμπίδη)

Η ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη (σενάριο- σκηνοθεσία)  «Φτηνά Τσιγάρα» (2000) μοιάζει να συνομιλεί με τη Μπιτ Λογοτεχνία όχι μόνο στη θεματική της περιπλάνησης, αλλά και στον ρυθμό, στη μουσικότητα των διαλόγων, στην αίσθηση ότι οι χαρακτήρες υπάρχουν έξω από τον χρόνο. Για αυτή τη σχέση μάς μιλάει στο Ποιητικό Καφενείο του Ποιείν. 

 

-Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιρροή και πόσο η ίδια η Αθήνα σας υπαγόρευσε αυτόν τον τόνο;

Πραγματικά τα ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ συνομιλούν με την μπιτ λογοτεχνία και ποίηση  και δημιουργήθηκαν υπό την απατηλή τους σκιά. Να σημειωθεί ότι η ταινία κυριαρχείται από υπαρξιακή ξενοιασιά όπως και όλη η φιλοσοφία των μπίτνικ. Λες και τα ταξίδια μας συμπίπτουν. Τους μοιάζω και μου μοιάζουν. Πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού, όπου το βρίσκουμε. Το σενάριο το έγραφα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου στο Μαρόκο για να συναντήσω τον Μπόουλς -τοτέμ του παλιρροιακού κύματος των μπίτνικ-και η ιδέα των  κρεμασμένων χρυσόψαρων στα χερούλια του τρόλεϊ την εμπνεύστηκα από μια εικόνα που συνάντησα στην Καζαμπλάνκα, όπου με άφησε το αεροπλάνο για να πάρω το λεωφορείο προς Ταγγέρη. Σε ένα παζάρι είδα κρεμασμένες σακούλες με χρυσόψαρα σαν γιρλάντα, σαν πολύχρωμα λαμπιόνια σε πάλκο ταβέρνας του ‘50, που τα χρύσωνε ο ήλιος . Η επίσκεψη στην Ταγγέρη (αρχετυπική πόλη για την γενιά των μπίτνικ αφού ο Μπόουλς την είχε έδρα του και φιλοξενούσε άπαντες τους περιπλανώμενους) ήταν η δική μου περιπλάνηση σαν μακρινός χαιρετισμός στους πλάνητες-ποιητές της δεκαετίας του ‘50.Που έδωσαν στην έννοια του «ωτοστόπ» την πιο ιερή του σημασία.

Με την μπιτ λογοτεχνία συναντήθηκα στα τέλη του ‘80 με το « on the road» και «μπήκα στην παρέα τους» με την συνάντηση με τον Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. Λίγους μήνες μετά πέθανε. Για εμένα η Ταγγέρη και το σπίτι του ήταν ένας μυθικός τόπος συνάντησης όλων των μπίτνικ. Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ…

Η μουσικότητα των διαλόγων προέκυψε καθώς γράφοντας  άκουγα twist, rock and roll, ελεύθερη τζαζ αλλά και μια κασέτα που μου έγραψε  ο ηθοποιός Ανδρέας Νάτσιος, που έπαιξε τον καφετζή-μπάρμαν-ποιητή, όπου ο Εμπειρίκος απήγγειλε καθηλωτικά τον μεγαλειώδη ύμνο του στον Κέρουακ « Beat beat beatitude and love and glory».[1]

Διαβάστε περισσότερα