Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Francesco Marotta: «Η ποίηση: μια μορφή αντίστασης» [Συνέντευξη στην Ευαγγελία Πολύμου]

 

«να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών
το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του
για να ʼναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου
είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς
μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει»

 

 

 

`

-Κύριε Μαρότα, σας καλωσορίζω στον ιστοχώρο του «Ποιείν». Τι είναι για εσάς η ποίηση και τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

-Καταρχάς, ευχαριστώ για την προσοχή σας και την πρόσκληση, είναι αληθινά τιμή και χαρά να φιλοξενούμαι στις σελίδες του «Ποιείν».
Η ποίηση, λοιπόν. Για μένα, δεδομένου ότι έχω ωριμάσει στην πορεία των χρόνων, ενώ συνεχίζω να θεωρώ σχεδόν αδιαχώριστες τη μελέτη και την περίσκεψη με την κειμενική πρακτική, είναι μία από τις υψηλότερες μορφές έκφρασης αντίστασης, κατά κύριο λόγο προς την εξουσία, τα εμβλήματά της, τα είδωλά της, τις μάσκες της και τα τελετουργικά της: εν ολίγοις, αντιπολίτευση σε όλα όσα ανέκαθεν αρνούνται το ανθρώπινο σε κάθε του εκδήλωση και διαφοροποίηση.
Ο ποιητής, σεβόμενος την ιδιότητά του, θα πρέπει να γίνει ενσυνείδητος κομιστής «καταιγίδας» και «ανατροπής», για να παραθέσω τη σκέψη ενός δημιουργού που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός, του Ρενέ Σαρ· θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να ανατρέψει, μαζί με τις προθεσμοθετημένες δομές της πραγματικότητας, ακόμη και την παράδοση της ίδιας της γλώσσας στις λογικές που συμβάλλουν στον καθορισμό εκείνων των δομών κι εκείνης της πραγματικότητας: αλλά, για να γίνει αυτό πράγματι εφικτό, ο ποιητής θα πρέπει να είναι σε θέση να εδραιώσει μια μοναδική και διαχρονική ηθική σχέση με τη λέξη, δίχως την οποία η άσκηση της γραφής γίνεται καθαρή καλλιγραφία, ένα «κεντίδι στο δέρμα του τίποτα».
Η ηθική δεοντολογία, στην περίπτωση αυτή, δεν θέλει να υποβάλλει μόνο μια ανάκληση στο μήνυμα του κειμένου και στις υπονοούμενες ή δηλωμένες αλληλο-συσχετιζόμενες αξίες, όσο μάλλον μια αναγνώριση της ελευθερίας, της αναγκαιότητας ύπαρξης του άλλου, δηλαδή της λέξης ως τέτοιας: όχι πλέον μόνον ένα εργαλείο, αλλά μια οντότητα, που στα έγκατά της καθιζάνουν κι ενοικούν στιγμές ασυμβίβαστες με την καθαρή παρουσίαση του δεδομένου: η μεταμόρφωση και η ακρότητα, ως εκ τούτου, ενάντια στην υπόσταση, δηλαδή την άρνηση όλων όσων, ακατάσχετα, περνούν πέρα από τους στατικούς κλωβούς, αμείλικτα βίαιους και απαγορευτικούς, της κυρίαρχης άποψης.
Ναι, η ποίηση κατέχει βεβαίως έναν εξέχοντα ρόλο στη ζωή μου, αλλά δεν την εξαντλεί, αυτό όχι, έστω κι αν από αυτήν είναι που παίρνει ώθηση και ρέει, ίσως επειδή είναι ακριβώς ο διαλεκτικός ριζοσπαστισμός στις αντιφάσεις της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας μες στην οποία γεννήθηκα, μαζί με την ηθικο-πολιτική ουσία των αξιών μες στις οποίες μεγάλωσα, για να ανατροφοδοτούν, αν και σε μορφές τελείως δικές μου, εκείνη τη διερεύνηση, εκείνο το ακατάπαυστο experimentum mundi (πείραμα του κόσμου) διαμέσου κι εντός της λέξης που τώρα πια δεν θα μπορούσα επʼ ουδενί νʼ απαρνηθώ.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Γιώργος Κορδομενίδης: ένας “εκατοστάρης μοναχικός λύκος” των γραμμάτων»

–

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

****

* Ο Γιώργος Κορδομενίδης εδώ και 26 χρόνια ανοίγει το «Εντευκτήριό» του σε λογοτέχνες και αναγνώστες συμπληρώνοντας τα 100 τεύχη φιλοξενίας και προσφοράς.

****

Όταν πήρα στα χέρια μου από το τυπογραφείο το πρώτο τεύχος σκεφτόμουν ότι…

Δύο σκέψεις, διαδοχικές. Η πρώτη: Επιτέλους! Η δεύτερη: Για να δούμε τι κάναμε… (Ο πληθυντικός ήταν μόνο στο μυαλό μου: το “άθλημα” ήταν ήδη από τότε ατομικό). Και μια έντονη ανάμνηση, η φράση της μητέρας μου όταν μπήκα στο σπίτι: «Για φέρε να δω το βιβλίο σου!».

Όταν κράτησα το 100ό τεύχος σκέφτηκα ότι….

Κάθε φορά η ίδια αγωνία. Πώς βγήκε το τεύχος. Και η ίδια έγνοια: Πώς θα επιβιώσει το περιοδικό.

Το γεγονός οτι το περιοδικό «ξεκινά» από τη Θεσσαλονίκη σημαίνει οτι…

Απλώς, “έτυχε”  να ζω και να εργάζομαι στη Θεσσαλονίκη. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο… Μπορεί να φανεί αλαζονικό, αλλά ποτέ δεν είδα το Εντευκτήριο ως έκφραση της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης και μόνο.

Ο πιο «ιδιαίτερος» αναγνώστης-συνδρομητής του περιοδικού που θυμάμαι είναι…

Από αναγνώστες, ο Μαρωνίτης και ο Χριστιανόπουλος, που ―παλιότερα τουλάχιστον― σχολίαζαν σχεδόν ένα προς ένα τα δημοσιευμένα κείμενα, άλλοτε επιβραβεύοντας τις επιλογές μου και (σπανιότερα) κάνοντάς με να ξαναδιαβάσω όσα τύχαινε να μην τους αρέσουν.
Από συνδρομητές, πάλι ο Χριστιανόπουλος (από τους πρώτους, επίμονος, παρά τη στενή φιλία που μάς συνδέει ― ή και ακριβώς εξαιτίας αυτής), η Δημουλά, η Αγαθοπούλου, ο συχωρεμένος ο Βαρβέρης, αλλά και όσοι/όσες εμπιστεύονται σταθερά το Εντευκτήριο εδώ και 26, σχεδόν, χρόνια. Η επιμονή τους αυτή μού δίνει μεγάλη ικανοποίηση και αισθάνομαι για όλους και για όλες βαθιά ευγνωμοσύνη. Σκέφτομαι συχνά πως το Εντευκτήριο εξακολουθεί να υπάρχει χάρη σʼ αυτούς, όπως και χάρη στους σταθερούς αλλά και τους περιστασιακούς συνεργάτες του.

Ως εκδότης περιοδικού οφείλω να διαχωρίζω το έργο από την προσωπική ζωή του συγγραφέα γιατί...

Ίσως δεν καταλαβαίνω ακριβώς την «ερώτηση». Πάντως, η ζωή μου (και ειδικά αφότου αφυπηρέτησα από την τράπεζα, από την οποία βιοπορίστηκα επί 35 χρόνια) ταυτίζεται απόλυτα με την έκδοση του περιοδικού και είναι η πρώτη μου προτεραιότητα, πολύ συχνά εις βάρος αυτού που θα αποκαλούσε κάποιος “προσωπική ζωή”. Παλιότερα, όταν με ρωτούσαν πώς προλαβαίνω τη δουλειά στην τράπεζα, την εκπομπή στο ραδιόφωνο, τη συνεργασία με εφημερίδες και την έκδοση του περιοδικού, μου άρεσε να απαντώ «όταν εσείς κάνετε Πάσχα, διακοπές το καλοκαίρι ή Χριστούγεννα, εγώ εργάζομαι»!

Οι «λογοτεχνικές φιλίες» για έναν εκδότη περιοδικού είναι…

Όντως, έχω πολλούς φίλους που (τυχαίνει να) είναι λογοτέχνες. Αλλά πρωτίστως είναι φίλοι μου. Ευτυχώς έχω και φίλους και φίλες που δεν γράφουν ― στην πλειονότητά τους πάντως διαβάζουν συστηματικά.

Οι «λογοτεχνικές παρέες» για ένα περιοδικό είναι…

Σε ό,τι με αφορά, δεν ανήκω σε καμιά λογοτεχνική παρέα, γιʼ αυτό και ενοχλούμαι πάρα πολύ όταν ακούω αυτή τη μομφή, ειδικά από πρόσωπα που θα έπρεπε να γνωρίζουν πόσο μοναχική ζωή κάνω και πόσο σπάνια συναναστρέφομαι λογοτέχνες. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, παρότι ζει μακριά από τη Θεσσαλονίκη, καλά πληροφορημένη όμως όπως φαίνεται, με χαρακτήρισε σε κείμενό της «μοναχικό λύκο». Δεν ξέρω αν είμαι λύκος, πάντως είμαι οπωσδήποτε μοναχικός τύπος (και μονόχνωτο να με έλεγε κανείς, δεν θα με αδικούσε).

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιώργος Κοζίας:«Ποιώ εν θεάτρω αγωνιωδώς»

 

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

 

 

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το βιβλίο-CD του Θάνου Μικρούτσικου, «Πέντε κείμενα μετά μουσικής». Το CD περιέχει την εργασία του συνθέτη που βασίζεται στην ποίηση του πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία. Πρόκειται για τα έργα «Η γη τσακισμένο καράβι» για φωνή και πιάνο καθώς και το «Ενας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» για φλάουτο και αφηγητή.  Το πρώτο έργο δισκογραφήθηκε το 2007 στην έκδοση «Θάνος Μικρούτσικος: Έργα για φλαόυτο» ενώ το δεύτερο δημιουργήθηκε το 2008 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2009 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.  Ο Γιώργος Κοζίας μάς μίλησε για αυτή τη μουσικο-ποιητική συνύπαρξη.

 

Σ.Α.: Ο Θάνος Μικρούτσικος σάς συνέδεσε μουσικά με την ποίηση του William Blake μιλώντας ξεκάθαρα για «αδιαμφισβήτητη συγγένεια». Ποια ήταν η δική σας αίσθηση από αυτή τη συστέγαση των ποιημάτων σας με τις παρεμβολές στίχων του Blake σε ένα μουσικό έργο;
Γ.Κ.: Με τιμά, ιδιαιτέρως, η συστέγαση με τον οραματιστή Μπλέηκ και στοχάζομαι την βαρύτητα της αδιαμφισβήτητης συγγένειας! Στις επάλξεις λοιπόν. Το ίχνος υπάρχει, άρα μένει να αποδοθεί ή να αποδειχθεί η περπατησιά, η συγγένεια, η συγκατοίκηση. Η συνομιλία παραμένει τολμηρή -ο μέγας Μπλέηκ ιερός, μυστικιστής, η αφεντιά μου ανίερος, μετασουρεαλιστής- ο Nobodaddy του Μπλέηκ συμβουλεύει, παροτρύνει τον δικό μου επαναστατημένο ήρωα:
«Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης Φραγκίσκος Βόυτσεκ.
Τυφεκιοφόρος. Πυροβολεί τον γαλαξία!».

Και ο Μπλέηκ απαντάει:
Κύριε «Αν διώξετε τη μαύρη εκκλησία
Αν διώξετε του γάμου την κηδεία
Αν διώξετε του αίματος τη φάρα
θα ΄χετε διώξει την παλιά κατάρα».

 

Σ.Α: «Το κείμενο που μελοποιείται πρέπει να ξεκλειδωθεί» έχει δηλώσει ο Μικρούτσικος σχετικά με τον τρόπο που ο ίδιος μελοποιεί. Ως ακροατής, πλέον, της μελοποιημένης ποίησής σας εκτός από δημιουργός της, αισθανθήκατε το έργο σας να αποκτά μια ακόμα «ανάγνωση»;
Γ.Κ.: Πράγματι το κείμενο πρέπει να ξεκλειδωθεί, με ποια κλειδιά όμως; Ο Θάνος Μικρούτσικος ισχυρίζεται ότι το κείμενο επιβάλλει τη μουσική που έχει ανάγκη. Πριν το πάρεις στα χέρια σου όμως είναι η μουσική που σε αναγκάζει να το ανακαλύψεις. Το διπλό αυτό κλειδί ή τα άπειρα κλειδιά της ανάγνωσης, χρειάζονται τον κατάλληλο κλειδούχο, διαφορετικά οι γραμμές μπλέκονται, δεν φθάνεις ποτέ στον σταθμό. Ο Θάνος μελοποιώντας με λόγιο τρόπο τα ποιήματα μου σεβάστηκε την ιδιαιτερότητα και την αυτονομία τους. Τα «έντυσε» με μελωδική θεατρικότητα. Η μουσική του Μικρούτσικου προσέφερε μια αίσθηση διαλογικής επινόησης από νότες εξεγερμένες, που δημιουργούν μια συνοπτική μελωδική γεωγραφία με έντονα μινιμαλιστικά και πρωτοποριακά στοιχεία. Η καλλιτεχνική μας σχέση θεωρώ ότι είναι εκρηκτική, υπερβαίνει το εφήμερο!

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Ταυτότητα Ποιητής: Αχιλλέας Κατσαρός

 

1. Γράφετε μόνο ξύπνιος;

Από το λόγιο αχώριστο μόριο ξε – και τον ύπνο ; Δεν έχω ύπνο.Κυνηγώ φαντάσματα.Φτου,ξελευθερία του ύπνου.

 2. Αν είστε εξαρτημένος από την ποίηση, γιατί δεν παίρνετε μεθαδόνη;

Ναρκωτικά πφ..Μεταναρκωτικά όμως ναι, η Ποίηση είναι ένα μετά γιατί γράφεις για να διαβαστείς πόσα χρόνια μετά..άραγε τότε θα ελπίζουν ακόμα σε έξω – γήινους ;
3. Αισθάνεστε ποιητής μόνο όταν γράφετε;

Όχι ,όταν χορεύω είναι καλύτερα , ακόμα κι όταν μαγειρεύω.

 

4. Γράφετε και αποτυχημένα ποιήματα ή τα δημοσιεύετε μόνο;

Μιας και η ποίηση είναι μαραθώνιος και προέρχομαι από το χώρο του αθλητισμού,προσπαθώ να γράφω ποιήματα που να τερματίζουν.Η κριτική για το επιτυχημένο – αποτυχημένο είναι άλλο κομμάτι.

5. Το ποίημα φέρνει στο μυαλό σας α) τα πόδια μιας γυναίκας β) ένα ηλιοβασίλεμα γ) ένα θεσπέσιο γεύμα;

Αν είχατε ένα -δ- , θα με κάλυπτε.
6. Οι λέξεις είναι απαραίτητες σε ένα ποίημα; Και αν ναι, έχετε λίστα με ποιητικές λέξεις που πρέπει να αποφεύγετε;

Πιο απαραίτητες οι λέξεις μετά την πρώτη κουρτίνα..Λίστα με καταζητούμενες λέξεις ε ; ενδιαφέρον..ξέρουμε αμοιβή τίποτε ;
7. Την ποιητική σας ταυτότητα την πήρατε από μόνος σας ή σας την έδωσε η συντεχνία;

‘Εχω θέμα με τη λέξη,τι είναι , ποιος ή ποια είναι.Στιχάκια στιγμών μπορεί να είμαστε.Άνθρωποι κι αυτό παίζεται.Ποιητές.Μεγάλη κουβέντα.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Είμαι, ας πούμε, πέρα-βρέχει! Μια άλλη εποχή…» [Α’ δημοσίευση- Αποκλειστικότητα ΠΟΙΕΙΝ]

 

Συνέντευξη στον Χρήστο Μαυρή

 

«Θα σε περιμένω απόψε στις 7, στο σπίτι μου, στην οδό Σκεπαστού 17, στις Σαράντα Εκκλησιές», μου είπε και αμέσως άρχισε να μου ερμηνεύει από τηλεφώνου την ετυμολογία της λέξης Σκεπαστό, η οποία, απ’ ότι θυμάμαι, προέρχεται από τ’ όνομα του χωριού (από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα) που βρίσκεται στην περιοχή των Καλαβρύτων, μερικά χιλιόμετρα από την πόλη και απέναντι από την ιστορική Μονή της Αγίας Λαύρας. Το δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιεί σαν γραφείο του ο ποιητής, του οποίου οι τοίχοι ήταν κρυμμένοι, απάνω μέχρι κάτω, από ξύλινες βιβλιοθήκες, ασφυκτικά γεμάτες με βιβλία, πρέπει να ομολογήσω ότι μ’ εντυπωσίασε! Λιτό και απέριττο αλλά εφοδιασμένο με όλο εκείνο τον απαραίτητο εξοπλισμό που χρειάζεται για να λειτουργήσει σωστά ο πνευματικός κόσμος του και κυρίως η έμπνευσή του. Η συνάντησή μου εκείνο το βράδυ με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο κράτησε σχεδόν τρεις ώρες! Μία συνέντευξη στην οποία ο ποιητής μιλάει ελεύθερα και άφοβα, όπως εξάλλου συνηθίζει να κάνει εδώ και δεκαετίες, αφήνοντας το λόγο του να πέφτει άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερά, ακριβώς όπως τους απρόβλεπτους καλοκαιριάτικους κεραυνούς που, μοιραία όμως, εκείνο το βροχερό βράδυ, κατέληγαν όλοι σωρηδόν απάνω στο απροστάτευτο κεφάλι μου, εφόσον ήμουν ο μόνος ακροατής του.

 

Χ.Μ.: Έχω την εντύπωση, κύριε Χριστιανόπουλε, ότι η Θεσσαλονίκη αδειάζει από λογοτέχνες πρώτης γραμμής. Έφυγε ο Πεντζίκης, η Καρέλλη, ο Βαφόπουλος, ο Θέμελης, ο Ασλάνογλου, ο Βαρβιτσιώτης και άλλοι. Πώς βιώνετε αυτή τη μοναξιά γύρω σας;
N.X.: Κοιτάξτε, δύο είναι οι αιτίες που χάνουμε και τους ανθρώπους μας και τους λογοτέχνες μας. Η πρώτη αιτία είναι ο θάνατος. Όταν πεθαίνουμε. Η δεύτερη και εξίσου πονηρή, ύποπτη και ύπουλη, είναι η Αθήνα. Μας αρέσει δεν μας αρέσει όλοι φεύγουν στην Αθήνα. Όλοι! Απόδειξη ότι εγώ πια είμαι ένα φρούτο που επιμένω να μην φεύγω! Και με ερωτούν όλοι: «Μα γιατί δεν φεύγεις κι’ εσύ;». Λοιπόν, κακά τα ψέματα, με αυτούς του δύο «εχθρούς» θα παλεύουμε μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, κάποιοι θα μένουν. Αλλά το θέμα είναι ότι ήδη έχει αδειάσει η Θεσσαλονίκη.

Χ.Μ.: Δεν υπάρχουν νέοι λογοτέχνες, κατά την άποψή μου, για να συνεχίσουν το δρόμο που χαράξατε εσείς.
Ν.Χ.:
Υπάρχουν, και αρκετά καλοί μερικοί, αλλά, παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν μεγάλοι. Μεταξύ των νέων δεν υπάρχουν μεγάλοι. Γιατί και ο Αναγνωστάκης νέος ήταν. Και όμως υπήρχε ένας Αναγνωστάκης!

Χ.Μ.: Είναι δημιουργική η ατομική μοναξιά για ένα ποιητή κύριε Χριστιανόπουλε; Να σας θυμίσω εδώ τον Οδυσσέα Ελύτη που έλεγε ότι η αντοχή στη μοναξιά, έτσι όπως είναι τα πράγματα σήμερα, είναι η πρώτη αρετή που οφείλει να διαθέτει ένας ποιητής.
Ν.Χ.:
Είναι αλήθεια ότι ο Ελύτης έχει πει πολλές και ωραίες κουβέντες. Και θυμάμαι κι’ εγώ, σε συζητήσεις μας, επέμενε γύρω απ’ αυτό. Ότι πρέπει ν’ αντέχουμε στη μοναξιά μας. Βέβαια, ο Ελύτης είχες πολλές φιλεναδούλες. Και μια, δύο, τρεις, λες νισάφι, τέλος πάντων, πρέπει να υπάρξει και κάποιος φραγμός. Είχα γνωρίσει μια από αυτές η οποία δεν ήταν και τόσο σπουδαία αλλά η τελευταία, αυτή που τον κληρονόμησε, κατά κάποιον τρόπο, είναι σπουδαίο άτομο. Εγώ δεν την ήξερα, τη γνώρισα πολύ αργά…

Χ.Μ.: Μιλάμε για την Ιουλίτα Ηλιοπούλου;
Ν.Χ.:
Την Ηλιοπούλου! Της βγάζω το καπέλο! Είναι περισσότερο σοβαρή απ’ ότι φανταζόμουνα! Οι άλλες και μικρότερες ήταν και σοβαρές δεν ήταν.

Διαβάστε περισσότερα