Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

«Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» του Φραντσέσκο Σοσάι (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Τελευταία γουλιά ζωής

Το ταξίδι δεν είναι φυγή αλλά καθρέφτης, μέσα στη διαδρομή αποκαλύπτεται ό,τι αποφεύγουμε, κι έτσι η κίνηση γίνεται αργά μια μορφή αυτογνωσίας.

Το «Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» ξεδιπλώνεται σαν μια ήσυχη, μεθυστική περιπλάνηση στην ομίχλη του Βένετο, εκεί όπου το τοπίο μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο παρόν και τη μνήμη. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκονται δύο μεσήλικες άντρες, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο φίλοι παλιοί, δεμένοι περισσότερο από συνήθεια παρά από επιλογή. Περιφέρονται από μπαρ σε μπαρ, από ποτήρι σε ποτήρι, σαν να προσπαθούν να παρατείνουν μια ζωή που νιώθουν να τους ξεγλιστρά.

Η καθημερινότητά τους μοιάζει σχεδόν τελετουργική, μικρές στάσεις σε επαρχιακά καφενεία, σύντομες συνομιλίες με αγνώστους, σιωπές που λένε περισσότερα από τα λόγια. Δεν κυνηγούν κάποιον προορισμό, το ίδιο το ταξίδι είναι η δικαιολογία τους για να συνεχίσουν να κινούνται, να αποφεύγουν την ακινησία που θα τους φέρει αντιμέτωπους με όσα έχουν αφήσει πίσω.

Η είσοδος του Τζούλιο, ενός νεαρού και εσωστρεφούς φοιτητή αρχιτεκτονικής, λειτουργεί σαν μια απρόσμενη ρωγμή σε αυτή τη ρουτίνα. Ο Τζούλιο δεν ανήκει στον κόσμο τους, είναι ακόμη στο κατώφλι της ζωής, γεμάτος αμφιβολίες αλλά και δυνατότητες. Η συνάντησή τους μοιάζει τυχαία, όμως γρήγορα αποκτά μια σχεδόν συμβολική διάσταση, οι δύο μεγαλύτεροι βλέπουν σε εκείνον κάτι από τον εαυτό τους που χάθηκε, ενώ ο Τζούλιο βρίσκει σε αυτούς μια παράξενη, ανορθόδοξη καθοδήγηση.

Καθώς οι τρεις τους συνεχίζουν μαζί το ταξίδι, η δυναμική μεταβάλλεται διαρκώς. Οι συζητήσεις τους ταλαντεύονται ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία, στις ιστορίες του παρελθόντος και στους φόβους για το μέλλον. Το ποτό λειτουργεί άλλοτε ως καταφύγιο, άλλοτε ως καταλύτης που απελευθερώνει αλήθειες δύσκολες να ειπωθούν νηφάλια. Μέσα από μικρά επεισόδια, μια στάση σε ένα ξεχασμένο χωριό, μια νυχτερινή διαδρομή χωρίς σαφή προορισμό, μια παρεξήγηση που ξεσπά και σβήνει σχεδόν αμέσως, η ταινία χτίζει σταδιακά το πορτρέτο τριών ανθρώπων σε διαφορετικά στάδια της ζωής τους.

Η ουσία της ιστορίας δεν βρίσκεται σε κάποια μεγάλη ανατροπή, αλλά στη λεπτή μετατόπιση που συντελείται μέσα στους χαρακτήρες. Ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο αρχίζουν να αναμετρώνται, έστω και δειλά, με τη στασιμότητα που τους έχει παγιδεύσει. Ο Τζούλιο, από την άλλη, έρχεται σε επαφή με μια εκδοχή της ενήλικης ζωής που δεν είχε φανταστεί, ατελή, συχνά χαοτική, αλλά βαθιά ανθρώπινη.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιάννης Κιουρτσάκης: «Ζούμε στους καιρούς της λήθης και της αμνησίας που, δίχως καν να το καταλάβουμε, αποδυναμώνουν τη συνείδησή μας» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

 

[Φωτογραφία: Νίκος Αλιάγας]

«Πιστεύω ότι όλη η μεγάλη λογοτεχνία είναι για τον άνθρωπο ένα μάθημα ταπεινότητας: προπάντων να μην υπερβούμε τα μέτρα που έχει χαράξει ένας κόσμος τον οποίο δεν δημιουργήσαμε εμείς, αλλά μας ξεπερνά»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Κρυμμένη Πατρίδα» (Εκδόσεις Πατάκη), ο μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Γιάννης Κιουρτσάκης μιλά στο Ποιείν και ξεδιπλώνει μια βαθιά στοχαστική συζήτηση γύρω από την έννοια της εξορίας όχι μόνο ως γεωγραφική απομάκρυνση, αλλά και ως υπαρξιακή κατάσταση. Μέσα από τη δύναμη της ξενιτιάς, αναζητά τις ρίζες της δημιουργίας και φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η απώλεια μπορεί να μεταμορφωθεί σε πηγή έμπνευσης.

Παράλληλα, θέτει το ερώτημα αν η τέχνη μπορεί να γεννήσει έναν «θεό» ικανό να ενώσει τις καρδιές των ανθρώπων, γεφυρώνοντας γενιές και τόπους, ενώ διερευνά τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, εκεί όπου η αφήγηση μιας ιστορίας αγγίζει το βαθύτερο νόημα της ζωής.

 

 

-Αγαπητέ κύριε Κιουρτσάκη τι σημαίνει ο τίτλος «Κρυμμένη Πατρίδα» και πώς η αναζήτησή της αποκαλύπτει την ψυχή και την ταυτότητα του ανθρώπου;

Θα σας θυμίσω πώς ξεκινάει το βιβλίο ως κράμα αυτοβιογραφικής αφήγησης και στοχαστικού δοκιμίου. Στο ξεκίνημα, ο 18χρονος ήρωας (η αφεντιά μου) που μόλις έχει τελειώσει το σχολείο, ποθεί ν’ αφήσει πίσω του την «επαρχιακή» Αθήνα και να σπουδάσει στο Παρίσι, ελπίζοντας να γνωρίσει εκεί τους ανοιχτούς ορίζοντες του κόσμου και μιαν ελεύθερη ζωή. Κι όμως, την τελευταία στιγμή, τον πιάνει μια παράξενη αγάπη για τον τόπο που εγκαταλείπει. Θες μια παράσταση των Χοηφόρων στο Ηρώδειο που του μεταδίδει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αιωνιότητας, θες η τελευταία βραδινή βόλτα του σε μια αθηναϊκή φτωχογειτονιά που μαντεύει πως δεν θα την ξαναβρεί ποτέ, αφήνουν στην ψυχή του μια βαθιά μελαγχολία. Όχι, δεν μετανιώνει που φεύγει. Απλώς ψυχανεμίζεται ότι οι λογαριασμοί του μ’ αυτόν τον τόπο μόλις τώρα ανοίγουν. Από τη μια, αρχίζει να μαντεύει ότι αυτή η αναχώρηση δεν θα είναι μήτε η πρώτη, μήτε η τελευταία – θα φεύγει και θα ξαναφεύγει συνεχώς. Από την άλλη, αναρωτιέται αν θα γυρίσει ποτέ οριστικά εδώ. Είναι το αίσθημα του αδύνατου νόστου που δεν θα πάψει να τον τυραννά. Για πρώτη φορά, διαισθάνεται ότι μέσα στην πατρίδα που χάνει, χωρίς αυτό να τον πολυσκοτίζει, φωλιάζει κάτι πολύ σημαντικό για κείνον που δεν το ξέρει. Άραγε θα το βρει ποτέ; Αυτή είναι η Κρυμμένη Πατρίδα του βιβλίου!

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη: «Η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη ποιήματα, για όποιον ξέρει να απολαμβάνει τα μικρά και ουσιαστικά» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Όταν οι Λακούβες ήταν Χαρά» (Εκδόσεις Κέδρος), μιλά στο Ποιείν και μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο όπου οι γειτονιές, τα παιχνίδια της αλάνας και οι μυρωδιές των γλυκών ζωντανεύουν ως πολύτιμοι φορείς μνήμης, συναισθημάτων και ανθρώπινων σχέσεων.

Με ζωντάνια και τρυφερότητα, οι λέξεις της ξυπνούν τις αναμνήσεις μιας εποχής που μοιάζει να ανασαίνει, ενώ η μουσική, το ραδιόφωνο και οι καθημερινές μικρές στιγμές αποκτούν τη δύναμη να γίνουν ποίηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που λειτουργεί σαν βάλσαμο ψυχής, κρατώντας ζωντανό το φως της παιδικής ηλικίας στις καρδιές των αναγνωστών

 

-Κυρία Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, με ποιον τρόπο ο χώρος της γειτονιάς μεταμορφώνεται μέσα στο έργο σας σε φορέα συναισθημάτων, ανθρώπινων σχέσεων και μνήμης που ξεπερνά τα όρια ενός απλού τόπου;

Οι άνθρωποι της γενιάς μου που μεγάλωσαν σε αστικά κέντρα τις δεκαετίες του 1950 και 1960 έπαιξαν τα ίδια παιχνίδια σε γειτονιές με κήπους, χωματόδρομους και αλάνες. Άκουσαν τις ίδιες μουσικές, χόρεψαν τους ίδιους χορούς, είδαν τις ίδιες ταινίες, διάβασαν όλοι τους τον Μικρό Ήρωα, έπαιξαν Καραγκιόζη, γεύτηκαν όλοι το πρωτόγνωρο παγωτό ξυλάκι κρέμα με επικάλυψη σοκολάτας… Μοιραστήκαμε συνεπώς κοινά ήθη, νοοτροπίες, συναισθήματα, μνήμες. Ασχέτως τόπου, ανήκουμε στην ίδια φυλή.

 

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Έντουαρντ Άλμπι (σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

 

Στα βήματα ενός ανελέητου χορού

«Αλήθεια και ψευδαίσθηση. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τη διαφορά;» Με αυτή τη φράση, σχεδόν ψιθυριστή, που λέγεται από τον Τζορτζ και επιπλέει προς το τέλος του έργου, ανάμεσα στον ορυμαγδό των προσβολών, ο Έντουαρντ Άλμπι συμπυκνώνει το σύμπαν του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;».

Δεν πρόκειται απλώς για μια νύχτα μέθης, ούτε για έναν γάμο σε αποσύνθεση, πρόκειται για μια τελετουργία απογύμνωσης, όπου η αλήθεια δεν εμφανίζεται ως λύτρωση αλλά ως βίαιη αναγκαιότητα. Στο σαλόνι ενός πανεπιστημιακού σπιτιού στη Νέα Αγγλία, η αμερικανική υπόσχεση της ευτυχίας, οικογένεια, επιτυχία, κοινωνική άνοδος, καταρρέει κάτω από το βάρος των ίδιων της των ψεμάτων. Ο Άλμπι στήνει ένα έργο όπου η προσωπική σύγκρουση γίνεται πολιτική αλληγορία και ο γάμος της Μάρθας και του Τζορτζ μετατρέπεται σε μικρογραφία μιας κοινωνίας που φοβάται, πάνω απ’ όλα, να ζήσει χωρίς τις ψευδαισθήσεις της.

Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Έντουαρντ Άλμπι στην επιφάνειά του φαίνεται να αφηγείται μια νύχτα υπερβολής, ένα μεθύσι με λόγια και ουίσκι. Στον πυρήνα του όμως εκθέτει την πιο οδυνηρή πρώτη ύλη των ανθρώπινων σχέσεων, τις αυταπάτες που χτίζουμε για να αντέξουμε τη ζωή και τις καταστροφές που προκαλεί η στιγμή που αυτές οι αυταπάτες συντρίβονται.

Η υπόθεση είναι γνωστή και συνάμα αιφνιδιαστική κάθε φορά. Η Μάρθα και ο Τζορτζ, ζευγάρι μεσήλικων σε μια πανεπιστημιούπολη της Νέας Αγγλίας, καλούν στο σπίτι τους τον νεαρό Νικ και τη σύζυγό του Χάνεϊ μετά από πανεπιστημιακή δεξίωση. Από την πρώτη στιγμή γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια «ευπρεπή» επίσκεψη. Το αλκοόλ ρέει άφθονο, οι συμβάσεις καταλύονται, και αρχίζει ένα παιχνίδι, «ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», όπου το ερώτημα δεν χρειάζεται απάντηση, γιατί η ίδια η βραδιά θα την προσφέρει, όλοι τη φοβούνται, δηλαδή όλοι τρέμουν να ζήσουν «χωρίς ψευδαισθήσεις».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ποιητικό Καφενείο

Mariano Pensotti, «Ο θεατής», (Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), εκδ. Δωδώνη,2026 (γράφει η Θεώνη Κάμπρα )

Με αφορμή την παράσταση «Μια αχόρταγη σκιά» που σκηνοθετεί ο Μαριάνο Πενσότι, από 5 Μαρτίου έως 26 Απριλίου 2026, στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, οι Εκδόσεις Δωδώνη εξέδωσαν το «εξαρχειώτικο» σενάριο του αργεντινού σκηνοθέτη, με τίτλο “Ο θεατής”, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Στο The audience (την κινηματογραφική εκδοχή του σεναρίου) πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων, οι Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Περικλής Μουστάκης, Ιωάννα Κολιοπούλου, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ηρώ Μπέζου.

 

 

Οι ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι σαν τα νησιά, είπε: δεν πέφτεις πάνω τους στο δρόμο ή σε κάποιο πάρτυ τυχαία, πρέπει να ξέρεις που βρίσκονται και να πας να τους βρεις επί τούτου [1]. 

Το νησί του Αργεντίνου Μάριο Πενσότι επινοήθηκε σε μια αθηναϊκή θεατρική σκηνή, όπου οι θεατές παρακολούθησαν μια παράσταση σχετικά με τη ζωή της θρυλικής Ροζαλίας, μιας γυναίκας της Αντίστασης τα χρόνια της Κατοχής, που μεταμφιεζόταν σε ζητιάνα και κρυβόταν στον κινηματογράφο Βοξ στα Εξάρχεια για να γλυτώσει από τους Γερμανούς.

Όσο κι αν το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο [2] , μέσω του ευρήματος της ταυτόχρονης θεατρικής τους παρουσίας, ο συγγραφέας θα παρακολουθήσει έντεκα από αυτούς τους θεατές/θεάτριες το επόμενο 24ωρο της παράστασης στην καθημερινότητά τους, πέριξ των Εξαρχείων. Οι έντεκα ασύνδετες σκηνές συγκροτούν το σενάριο του δραματουργού από το Μπουένος Άιρες, το οποίο, όπως και η Ροζαλία, κατέληξε στον κινηματογράφο.

Διαβάστε περισσότερα