Γιώργος Δάγλας, «Το μαύρο χιόνι», εκδ. Φίλντισι, 2016 (β’ έκδοση) [μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα]
29Οκτ
Οι γενναίοι
Θέλω να μιλήσω γι’ αυτούς,
τους γενναίους του σύμπαντος, που
στους ερημικούς ναούς μετατρέπουν τη στιγμή σε
αιωνιότητα, το θάνατο σε ασήμαντη λεπτομέρεια.
το δέντρο σε παιδί.
Ύστερα πάλι, κοιτώντας τους χλωμούς καθρέφτες
των προθάλαμων, τους διωγμένους και τους
μαχαιρωμένους,
σκέφτομαι:
Αξίζει αυτή η διαδικασία συντριβής;
Ή όπως λένε στα βουνά για τον ετοιμοθάνατο
συγγενή: ‘’ένα μήνα θα ζήσει, πιάστε το χορό’’.
Ύστερα πάλι το ξύλο. Γιατί ο φοίνικας;
Οι παλιές μας αγάπες.
Γιατί συνεδριάζουν στον πάτο αυτού του πηγαδιού;
Τι ωφελούν τα απλά λόγια του νεκρού πάνω απ’
το κρεβάτι των κληρονόμων;
Ας μου δοθεί συγχώρεση από το σύνταγμα των
ημερών.
Δεν έχω άλλη δικαιολογία απ’ των μικρών παιδιών:
‘’Δεν το ‘θελα.’’
‘’Το ήξερες ότι δεν έπρεπε;’’
‘’Ναι, το ‘ξερα.’’
`
*
Die Tapferen
Über jene möchte ich sprechen,
über die Tapferen des Weltalls, die
in den verwüsteten Kirchen den Augenblick in
Ewigkeit, den Tod in eine unbedeutende Einzelheit umsetzen.
Den Baum in ein Kind.
Später wiederrum, starrend auf die blassen Spiegel
in den Eingangshallen, auf die Vertriebenen und die
Erstochenen
denke ich:
Ist dieses Zertrümmerungsverfahren eigentlich wert?
Oder wie es in den Gebirgen über den sterbenden
Verwandten gesagt wird: „einen Monat wird er noch leben, fangt an zu tanzen“.
Danach wiederrum das Holz. Warum die Palme?
Unsere alten Lieben.
Warum tagen sie auf diesem Brunnengrund?
Was nützen die schlichten Wörter des Toten über dem
Bett der Erben?
Könnte mich doch die Verfassung aller
Tage nur verzeihen.
Habe keine andere Ausrede, als diese der Kleinkinder:
„Ich wollte das nicht.“
„Wusstest du, dass das nicht erlaubt ist?“
„Ja, das wusste ich.“
Διαβάστε περισσότερα








