Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Peter Handke, «Οι τρεις αναγνώσεις του Νόμου» (Μετάφραση από τα Γερμανικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

                   1.

Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα –

χειροκρότημα

να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του –

χειροκρότημα

ειδικότερα, έχει δικαίωμα για:

εργασία –

χειροκρότημα

ελευθερία –

χειροκρότημα

ελεύθερη μετακίνηση –

χειροκρότημα

παιδεία –

χειροκρότημα

συνάθροιση –

χειροκρότημα

όπως και για το απρόσβλητον του προσώπου –

πιο ζωηρό χειροκρότημα

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Άμπροουζ Μπηρς, «Ιστορίες Φαντασμάτων» (μετφρ. – επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας)

Η ΚΗ∆ΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΜΟΡΤΟΝΣΟΝ

Ο Τζον Μόρτονσον ήταν νεκρός. Είπε τα τελευταία λόγια του ρόλου του στην τραγωδία «Άνθρωπος», και βγήκε απ’ την σκηνή. Το σώµα του αναπαυόταν σ’ ένα φέρετρο από εξαιρετικό µαόνι, µε γυάλινο σκέπασµα. Οι ετοιµασίες για την κηδεία έγιναν τόσο προσεκτικά, ώστε όλοι όσοι γνώριζαν τον µακαρίτη, δεν είχαν καµιά αµφιβολία πως θα ήταν ικανοποιηµένος. Το πρόσωπό του, κάτω απ’ το γυαλί, δεν ήταν άσχηµο θέαµα. Χαµογελούσε ανεπαίσθητα, και καθώς ο θάνατος ήταν ανώδυνος, δεν έφερε άλλα σηµάδια από τα καλλωπιστικά ψιµύθια του γραφείου τελετών. Στις δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι είχαν κανονίσει να συναντηθούν για ν’ αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον που δεν είχε πια ανάγκη ούτε τους φίλους ούτε την τιµή. Οι επιζώντες της οικογενείας έρχονταν κάθε λίγο και λιγάκι, και θρηνούσαν πάνω από τον νεκρό που τους κοίταζε ατάραχος πίσω από το γυαλί του. ∆εν ήταν σωστό εκ µέρους τους. ∆εν του άρεσε του Τζον Μόρτονσον αυτό το πράγµα. Μα θανάτου παρόντος η λογική και η φιλοσοφία πάνε περίπατο. Καθώς πλησίαζαν οι δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι άρχισαν να καταφθάνουν, κι αφού πρώτα παρηγορούσαν τους τεθλιµµένους συγγενείς, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, στέκονταν ένας-ένας σοβαροί στις θέσεις τους, δίπλα στο φέρετρο, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τον σηµαντικό ρόλο που έπαιζαν στην εξέλιξη της κηδείας. Ύστερα ήρθε ο Πάστορας, κι ως υπέρτατος ουράνιος φωστήρας, εξαφάνισε τα φώτα των µικρότερων αστέρων. Πίσω του ερχόταν η χήρα, της οποίας οι θρήνοι και οι οδυρµοί κατέκλυσαν την αίθουσα. Πλησίασε το φέρετρο, ακούµπησε το πρόσωπό της στο ψυχρό γυαλί, και ύστερα την οδήγησαν ευγενικά να καθίσει δίπλα στην θυγατέρα της. Ήσυχα-ήσυχα, αργά και πένθιµα ο άνθρωπος του Θεού ευλόγησε τον νεκρό. Η περίλυπη φωνή του έσµιγε µε τους υπόκωφους λυγµούς, που είχε αναλάβει να διεγείρει και να συντηρήσει. ∆υνάµωνε κι ησύχαζε η φωνή του, πήγαινε κι ερχόταν, σαν το κύµα που δέρνεται στην ακροθαλασσιά. Το λίγο φως που είχε αποµείνει, χανόταν κι αυτό σιγά-σιγά, καθώς νύχτωνε. Κι ο Πάστορας έλεγε, όλο έλεγε. Τα σύννεφα τράβηξαν την βαριά κουρτίνα τους στον ουρανό, κι οι πρώτες σταγόνες της βροχής ακούστηκαν να πέφτουν µε ορµή. Η φύση ολόκληρη έµοιαζε να θρηνεί για τον Τζον Μόρτονσον. Όταν τέλειωσε πια ο Πάστορας, κι άρχισαν να ψέλνουν, πήραν οι νεκροποµποί τις θέσεις τους γύρω στο φέρετρο. Κι όταν σταµάτησαν κι οι ψαλµοί, χύθηκε η χήρα καταπάνω στο φέρετρο και το αγκάλιασε κι έσκουξε υστερικά. Εν πάση περιπτώσει, κάποτε απελπίστηκε, ησύχασε, παραδόθηκε, και καθώς ο Πάστορας την αποµάκρυνε, το βλέµµα της έπεσε στο πρόσωπο του νεκρού, κάτω απ’ το γυαλί. Σήκωσε τα χέρια της, ούρλιαξε και σωριάστηκε λιπόθυµη. Οι συγγενείς όρµησαν προς το φέρετρο, οι φίλοι ακολούθησαν, και καθώς το ρολόι του τζακιού σήµαινε µε επισηµότητα τρεις ακριβώς, κοίταξαν όλοι µαζί τον µακαρίτη, τον Τζον Μόρτονσον. Υποχώρησαν, αηδιασµένοι, ζαλισµένοι. Κάποιος, στην προσπάθειά του ν’ αποφύγει το απαίσιο θέαµα, χτύπησε πάνω στο φέρετρο, ρίχνοντας ένα από τα στηρίγµατά του. Το φέρετρο ανετράπη, έσκασε στο πάτωµα, και το γυάλινο σκέπασµα έγινε κοµµάτια. Από το ανοιχτό φέρετρο πρόβαλε η γάτα του Τζον Μόρτονσον. Πήδηξε τεµπέλικα στο πάτωµα, κάθισε στα πίσω πόδια της, σκούπισε γαλήνια την καταµατωµένη µουσούδα της µε την πατούσα της, κι ύστερα βγήκε από την αίθουσα µε βήµα γεµάτο επιβλητική αξιοπρέπεια.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Rafael Ángel Troyo Pacheco (Costa Rica, 1875-1910), Δύο διηγήματα (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

 

Η υπέρτατη στιγμή

 

Εντελώς χλωμή κι αναιμική ψυχορραγούσε μέσα στα χέρια μου .

Το κεφάλι της σαν κρίνο μελαγχολικό που ο κάλυκας του λυγάει , έγειρε απαλά πάνω στο στήθος μου, όπου με βαθιά αγωνία έπαλε η καρδιά μου…

Και τότε πρόβαλλα στα μάτια της που τα σκιάζανε μαβιοί κύκλοι ∙ και στο τοπίο που ήταν των ματιών της οι κόρες, όπου έφεγγε ένα  ωχρό φως , είδα δυο χελιδόνια μαύρα, που πετούσαν κι έφευγαν…

Τα βιολετιά χείλη της τρέμανε αδέξια σαν να ψελλίζανε έναν αποχαιρετισμό… και ένα χαμόγελο λύπης έλαμψε  στην απόκοσμη όψη της…

Στα ταραγμένα της χέρια που εγώ συγκρατούσα μες στα δικά μου, σίγησε ο σφυγμός, κι ένας κυματισμός ψύχους, πέρασε κάτω απ’ το δέρμα της κάνοντας με να τρεμουλιάσω ως της ψυχής μου τα τρίσβαθα…

Κατόπιν πρόβαλλα εκ νέου στα μάτια της και στο ερεβώδες τοπίο των ματιών της  είδα μονάχα τον  μαύρο ίσκιο  μιας νύχτας αιώνιας …

Με μια παράξενη κραυγή-που δεν έμοιαζε να ‘ναι δικιά μου- τη φώναξα τότε:

_ Αγαπημένη μου!…Αγαπημένη μου, ξύπνα!

Ω, πόσο απαίσια ήταν εκείνη η σιωπή… Ποτέ άλλοτε δεν είχα αισθανθεί τόσο μόνος!

Τότε άνοιξα το παραθύρι που έβγαζε στο δρόμο ∙ και τις στιγμές εκείνες είδα ότι στον ουρανό, τον πριν σκοτεινό, ανάβανε όλα τα κεράκια  των άστρων…

Και η σελήνη, σαν ασημένιος δίσκος… απομακρυνόταν και χάνονταν στο αχανές πέλαγος της απεραντοσύνης…

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Τρεις πίνακες του Vincent van Gogh» / «Δύο ποιήματα για τον ζωγράφο και τα έργα του» (Μετάφραση από τα αγγλικά & ιταλικά – επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

 

ANNE SEXTON

H ξάστερη νύχτα

[The Starry Night]

`

Η πόλη δεν υπάρχει

παρεκτός εκεί που ένα δέντρο μελαχρινό γλιστρά

κατά πάνω, σα γυναίκα που πνίγεται μες στον καυτό ουρανό.

Η πόλη σιωπηλή. Μ’ έντεκα άστρα βράζει η νυχτιά.

Ω, ξάστερη ξάστερη νύχτα! Έτσι δα

θέλω να πεθάνω.

 

Σαλεύει. Είν’ όλα ζωντανά.

Ως κι η σελήνη προβάλλει με τα πορτοκαλιά της τα σίδερα

να διώξει τα παιδιά, σα να ’τανε θεά, απ’ το μάτι της.

Τ’ ανίδωτο το γέρικο φίδι καταπίνει τ’ άστρα.

Ω, ξάστερη ξάστερη νύχτα! Έτσι δα

θέλω να πεθάνω.

 

κατάμεσα στο μανιασμένο της νύχτας κτήνος,

να με καταβροχθίσει κείνος ο μέγας δράκος, να χωριστώ

απ’ τη ζωή μου δίχως σημαία,

δίχως κοιλιά,

δίχως κραυγή.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Nightwish, “Η Συνειδητοποίηση”

 

We are going to die, and that makes us the lucky ones
Most people are never going to die because they are never going to be born
The potential people who could have been here in my place
But who will in fact never see the light of day outnumber the sand grains of Sahara
Certainly those unborn ghosts include greater poets than Keats, scientists greater than Newton
We know this because the set of possible people allowed by our DNA
So massively exceeds the set of actual people
In the teeth of these stupefying odds it is you and I, in our ordinariness, that are here
We privileged few, who won the lottery of birth against all odds
How dare we whine at our inevitable return to that prior state
From which the vast majority have never stirred?

Richard Dawkins

Διαβάστε περισσότερα