Η ΚΗ∆ΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΜΟΡΤΟΝΣΟΝ
Ο Τζον Μόρτονσον ήταν νεκρός. Είπε τα τελευταία λόγια του ρόλου του στην τραγωδία «Άνθρωπος», και βγήκε απ’ την σκηνή. Το σώµα του αναπαυόταν σ’ ένα φέρετρο από εξαιρετικό µαόνι, µε γυάλινο σκέπασµα. Οι ετοιµασίες για την κηδεία έγιναν τόσο προσεκτικά, ώστε όλοι όσοι γνώριζαν τον µακαρίτη, δεν είχαν καµιά αµφιβολία πως θα ήταν ικανοποιηµένος. Το πρόσωπό του, κάτω απ’ το γυαλί, δεν ήταν άσχηµο θέαµα. Χαµογελούσε ανεπαίσθητα, και καθώς ο θάνατος ήταν ανώδυνος, δεν έφερε άλλα σηµάδια από τα καλλωπιστικά ψιµύθια του γραφείου τελετών. Στις δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι είχαν κανονίσει να συναντηθούν για ν’ αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον που δεν είχε πια ανάγκη ούτε τους φίλους ούτε την τιµή. Οι επιζώντες της οικογενείας έρχονταν κάθε λίγο και λιγάκι, και θρηνούσαν πάνω από τον νεκρό που τους κοίταζε ατάραχος πίσω από το γυαλί του. ∆εν ήταν σωστό εκ µέρους τους. ∆εν του άρεσε του Τζον Μόρτονσον αυτό το πράγµα. Μα θανάτου παρόντος η λογική και η φιλοσοφία πάνε περίπατο. Καθώς πλησίαζαν οι δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι άρχισαν να καταφθάνουν, κι αφού πρώτα παρηγορούσαν τους τεθλιµµένους συγγενείς, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, στέκονταν ένας-ένας σοβαροί στις θέσεις τους, δίπλα στο φέρετρο, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τον σηµαντικό ρόλο που έπαιζαν στην εξέλιξη της κηδείας. Ύστερα ήρθε ο Πάστορας, κι ως υπέρτατος ουράνιος φωστήρας, εξαφάνισε τα φώτα των µικρότερων αστέρων. Πίσω του ερχόταν η χήρα, της οποίας οι θρήνοι και οι οδυρµοί κατέκλυσαν την αίθουσα. Πλησίασε το φέρετρο, ακούµπησε το πρόσωπό της στο ψυχρό γυαλί, και ύστερα την οδήγησαν ευγενικά να καθίσει δίπλα στην θυγατέρα της. Ήσυχα-ήσυχα, αργά και πένθιµα ο άνθρωπος του Θεού ευλόγησε τον νεκρό. Η περίλυπη φωνή του έσµιγε µε τους υπόκωφους λυγµούς, που είχε αναλάβει να διεγείρει και να συντηρήσει. ∆υνάµωνε κι ησύχαζε η φωνή του, πήγαινε κι ερχόταν, σαν το κύµα που δέρνεται στην ακροθαλασσιά. Το λίγο φως που είχε αποµείνει, χανόταν κι αυτό σιγά-σιγά, καθώς νύχτωνε. Κι ο Πάστορας έλεγε, όλο έλεγε. Τα σύννεφα τράβηξαν την βαριά κουρτίνα τους στον ουρανό, κι οι πρώτες σταγόνες της βροχής ακούστηκαν να πέφτουν µε ορµή. Η φύση ολόκληρη έµοιαζε να θρηνεί για τον Τζον Μόρτονσον. Όταν τέλειωσε πια ο Πάστορας, κι άρχισαν να ψέλνουν, πήραν οι νεκροποµποί τις θέσεις τους γύρω στο φέρετρο. Κι όταν σταµάτησαν κι οι ψαλµοί, χύθηκε η χήρα καταπάνω στο φέρετρο και το αγκάλιασε κι έσκουξε υστερικά. Εν πάση περιπτώσει, κάποτε απελπίστηκε, ησύχασε, παραδόθηκε, και καθώς ο Πάστορας την αποµάκρυνε, το βλέµµα της έπεσε στο πρόσωπο του νεκρού, κάτω απ’ το γυαλί. Σήκωσε τα χέρια της, ούρλιαξε και σωριάστηκε λιπόθυµη. Οι συγγενείς όρµησαν προς το φέρετρο, οι φίλοι ακολούθησαν, και καθώς το ρολόι του τζακιού σήµαινε µε επισηµότητα τρεις ακριβώς, κοίταξαν όλοι µαζί τον µακαρίτη, τον Τζον Μόρτονσον. Υποχώρησαν, αηδιασµένοι, ζαλισµένοι. Κάποιος, στην προσπάθειά του ν’ αποφύγει το απαίσιο θέαµα, χτύπησε πάνω στο φέρετρο, ρίχνοντας ένα από τα στηρίγµατά του. Το φέρετρο ανετράπη, έσκασε στο πάτωµα, και το γυάλινο σκέπασµα έγινε κοµµάτια. Από το ανοιχτό φέρετρο πρόβαλε η γάτα του Τζον Μόρτονσον. Πήδηξε τεµπέλικα στο πάτωµα, κάθισε στα πίσω πόδια της, σκούπισε γαλήνια την καταµατωµένη µουσούδα της µε την πατούσα της, κι ύστερα βγήκε από την αίθουσα µε βήµα γεµάτο επιβλητική αξιοπρέπεια.
Διαβάστε περισσότερα