Αχιλλέας Κατσαρός, «Η χειρουργική των έσω ουρανών», εκδ. Ars Poetica 2014 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)
23Μαρ
`
Ένας σοφός άνθρωπος εντυπωσίαζε με την ηρεμία και το βαθύ στοχασμό του όσους ανθρώπους τον συναναστρέφονταν. «Πόσο συνειδητοποιημένος είναι!», έλεγαν και «τι αυτογνωσία!». «Σίγουρα θα έχει διαβάσει πολλά βιβλία και θα έχει κάνει άπειρες ώρες διαλογισμού και ψυχοθεραπείας». Κάποτε τον ρώτησαν με τι ασχολείται. «Είστε ποιητής; Ψυχίατρος; Διαλογιστής; Ιερέας;». «Είμαι μαραθωνοδρόμος» απάντησε.
`
Ξεκινώ εσκεμμένα την παρουσίαση του βιβλίου με μια μικρή ιστοριούλα μου. Δεν γνωρίζω με ποιο τρόπο ο Αχιλλέας Κατσαρός διανύει τις εσωτερικές του διαδρομές τις ώρες που βρίσκεται εν κινήσει. Αν «γράφει», εντος εισαγωγικών το ρήμα, ποιήματα τρέχοντας τις μεγάλες αποστάσεις του στους μαραθωνίους που λαμβάνει μέρος και διακρίνεται ως αθλητής. Δεν ξέρω τι σκέφτεται στο δρόμο της μεγάλης μοναξιάς και πόσο ήρεμος και συνειδητοποιημένος είναι ως άνθρωπος καθώς δεν γνωριζόμαστε πέραν μιας κοινής συνύπαρξης στη μεγάλη οικογένεια του διαδικτύου. Αυτό όμως που αισθάνθηκα διαβάζοντας τα ποιήματα από τη δεύτερή του συλλογή, ειναι πως κατ’ αρχάς η γραφή του διαθέτει την πειθαρχία των πολλών χιλιομέτρων κι ας είναι τα ποιήματά του ολιγόστιχα. Τι εννοώ; Εννοώ οτι τα ποιήματά του διαθέτουν μιαν αφετηρία και έχουν πάντα ένα στόχο. Κι όπως ο Κατσαρός ως μαραθωνοδρόμος αλλάζει πολλές παραστάσεις μέχρι να φτάσει στο τέρμα της διαδρομής του έτσι και το βιβλίο του διασχίζει πολλά είδη λόγου από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο. Υπερρεαλιστής και αφηγηματικός, μυθοπλάστης και αποφθεγματικός, περιγραφικός και ενδοσκοπικός, ουτοπικός και ρεαλιστής ακόμα και ντανταιστής. Για παράδειγμα, το «Πως μαγειρευεται ενα ποίημα» του Κατσαρού συνομιλεί -εν γνώσει ή εν αγνοία του- με το «Πώς να να φτιάχνετε ένα ντανταιστικό ποίημα» του Τριστάν Τζαρά. Κι όλα αυτά διατηρώντας μια συνοχή στο ποιητικό βιβλίο, παρουσιάζοντάς το οχι ως ασπονδυλη συρραφή ποιημάτων αλλά ως μια σύνθεση. Έτσι στο βιβλίο συναντάμε ποικιλότροπους στίχους όπως:
«ανήμπορες οι λέξεις, φλέβες να βρουν στα κρίνα», «ο μύθος θέλει τον λύκο να υπάρχει για να θυμίζει στα πρόβατα την πτώση», «ανάγλυφη βροχή ως περιδέραιο στον ήλιο», «το σώμα περισπωμένη θέλει για να ζεσταθεί και όχι οξείες», «παρακαλείται ο επόμενος που θέλει να αυτοκτονήσει να πλησιάσει προς την αποβάθρα», «κάθε στιγμή μελετώ τη γεωργία της σιωπής», «η τέχνη να αγαπάς είναι μεταξωτή, άσε τα λόγια τα μικρά για τον μεγάλο κόσμο».
`
Το δεύτερο που θέλω να τονίσω είναι οτι από το πρώτο κι όλας ποίημα της συλλογής, τη «Βάπτιση» διαφαίνεται η ανάγκη του Κατσαρού να εκφραστεί με την πρόθεση «δια». Δηλαδη «διακειμενικά» αλλά και «διαπροσωπικά». Οι επινοημένοι μυθοι αλλά και τα υπαρκτά πρόσωπα ως αφιερώσεις και πηγές έμπευσης διατρέχουν τα ποιήματά του και συμπλέκονται αρμονικά, με έναν υγιή τρόπο. Δείχνοντας δηλαδή πως ο ποιητής είναι ένα κράμα ιστοριών που διάβασε και ανθρώπων που γνώρισε ή τουλάχιστον γεύτηκε για λίγο την ύπαρξή τους. Με απλά λόγια, γράφει περιτριγυρισμένος από πρόσωπα. Λειτουργεί εντός μιας αόρατης και ορατής ομάδας. Είτε, δηλαδή αυτή λέγεται ιστορία της λογοτεχνίας είτε ιστορία του facebook. Με το ένα πόδι στην πραγματικότητα της μυθοπλασίας και με το άλλο στη μυθοπλασία της πραγματικότητας. Έτσι στα ποιήματά του συναντάμε του Ίωνες, τον Νηρέα, τον Ισαάκ, τον Σολομώντα, τον Λάζαρο και το σημασιολογικό φορτίο που αυτοί φέρουν και από την άλλη ονόματα υπαρκτά της καθημερινότητάς του ή ενταγμένα στην καθημερινότητά του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όπως ο Φερνάντο Πεσσοα, Τάσος Λειβαδίτης, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, ο Γιώργος Δουατζής, ο Ζαχαρίας Στουφής, ο Ηλίας Τσέχος, ο Πάνος Σταθόγιαννης και όσοι άλλοι λαμβάνουν τις ευχαριστίες του στο τέλος του βιβλίου για την άμεση και έμμεση προσφορά τους στην υλοποίηση των ποιημάτων.
Διαβάστε περισσότερα













