Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μίλτος Σαχτούρης, με το Πρόσωπο στον Τοίχο (1952)

.!.

Του θηρίου

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

Θα σε φέρω σʼ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πως τρώνε τις άγκυρες
πως σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απʼ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες
με κομμένο το χέρι

θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Ζ. Δ. Αϊναλής, Ελληνική ποίηση 1952 – 1974: Τάκης Σινόπουλος, Πέτρες (1972)

Αφιέρωμα:
Ελληνική ποίηση 1952 – 1974, σε συνεργασία με το ιστολόγιο Κενός Τίτλος στην εικοστή κατηγορία του “ποιείν”

Η μεταπολεμική – και μετεμφυλιοπολεμική για τα καθʼ ημάς – ελληνική ποιητική σκηνή συνιστά, απʼ όσο γνωρίζω, μοναδικό φαινόμενο στα πλαίσια της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας σε επίπεδο ʽεθνικώνʼ λογοτεχνιών (με την εξαίρεση ίσως της ουγγρικής και της σλαβομακεδονικής ποίησης). Είναι η πληθώρα των ποιητών και η σημαίνουσα ποιητική παραγωγή που την κάνουν ακριβώς να διακρίνεται. Και δεν είναι μόνο η ποίηση. Την ίδια περίοδο η ελληνική πεζογραφία θα δώσει για πρώτη, ίσως, φορά έργα παγκόσμιας εμβέλειας – κι αυτό ανεξαρτήτως της όποιας αναγνωρισιμότητας τους στο εξωτερικό. Έργα σαν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα και το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου βγάζουν το ελληνικό μυθιστόρημα για πρώτη φορά από τον ασφυκτικά στενό, πρότερο ʽρωμαίικοʼ περίγυρο του και το εγγράφουν στον χάρτη της παγκόσμιας γραμματείας. Ταυτόχρονα, οι ώριμοι καλλιτεχνικά εκπρόσωποι της αμέσως προηγούμενης ηλικιακά γενιάς δίνουν την ίδια ακριβώς περίοδο τα καλύτερα τους έργα: ο Σεφέρης λίγο νωρίτερα από τις αναφερόμενες χρονολογίες θα δώσει το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ και την Κίχλη, ο Ελύτης στα 1959 θα δώσει τον Άξιον Εστί και ένα χρόνο αργότερα το Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, ο Ρίτσος θα επεξεργαστεί έναν ολότελα δικό του εκφραστικό τρόπο που θα αποκρυσταλλωθεί στους αριστουργηματικούς δραματικούς μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης, ο Εμπειρίκος θα γράφει με ζήλο – καίτοι κρυφίως – τον Μεγάλο Ανατολικό του. Επρόκειτο, θα λέγαμε, για την χρυσή εποχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Το 1952 και οι τελευταίοι αιχμάλωτοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα ξερονήσια αρχίζουν σιγά-σιγά να επιστρέφουν. Συναντούν μια νέα, πλήρως διαφοροποιημένη κοινωνική πραγματικότητα: η παλιά Ελλάδα, η πριν του ʼ36, έχει οριστικά εκλείψει• στη θέση της παρατηρείται μια διαρκώς επιταχυνόμενη – αν όχι κι ολοκληρωμένη – αστικοποίηση και νέες – συνακόλουθες – συνθήκες ζωής μέσα σε μία αμιγώς πλέον καπιταλιστική κοινωνία. Τα επακόλουθα τους: αλλοτρίωση, αποξένωση, απομόνωση, εργασία, κατανάλωση, εργασία. Σύγχυση. Άγχος. Σπασμωδικές αντιδράσεις. Παράλογος τρόμος. Τα νέα, πρωτόγνωρα για τα ελληνικά δεδομένα, σύνδρομα που δημιουργούνται το ελληνικό μυθιστόρημα θα επιχειρήσει να τα καλύψει έγκαιρα και με αυξανόμενη αυτοσυνειδησία (η Καγκελόπορτα του Αντρέα Φραγκιά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, αν και την ίδια περίπου προβληματική θα επεξεργαστεί εκ νέου και λίγο αργότερα, ελαφρά διαφοροποιημένη από την εκ του θέματος προερχόμενη διαφορετική οπτική, και με σαφώς αριστοτεχνικότερο τρόπο κι ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο μικρό αυτό κομψοτέχνημα που ακούει στο όνομα Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό). Το αυτό, όμως, παρατηρούμε πως επιχειρεί κι η ποίηση, και μάλιστα πολύ εγγύτερα χρονικά στην τέλεση των ιστορικών ανακατατάξεων:

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σʼ ομοιώματα
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, 24 –όχι και πολύ γνωστά– ποιήματα, (επίμετρο: Βαγγέλης Ψαραδάκης)

1. Η τερηδόνα ΙΙΙ

Φύγε

Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό

Τούτη η μουσική που γλιστράει απʼ τα χέρια σου
κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα

Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου
την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου
την αφή

Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

2. Επίλογος

Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…

3. Αποστασία

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε
την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,
την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,
την προσευχή γιʼ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.

Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,
τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης
και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν
οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας
και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.

Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.
Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος
τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση
και τη σπατάλη της θυσίας.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Δ. Ε. Κουκούτσης, πέντε Ποιήματα από την ΕΚΛΟΓΗ Ι, (ανθολόγηση-επίμετρο: Γιάννης Βούλτος)

koukoutsis-cover.jpg

ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΜΑΛΑΚΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Μπαῑναν
ἕνας – ἕνας
λιῶμα
τά ὀμορφότερα παιδιά

κρατούσανε ζεστό τό μαγαζί
παῖζαν τή μουσική τους
πίναν ὑγρά σκληρά
κοιτούσανε στά μάτια δυνατά.

Βγαῑναν
ἕνας – ἕνας
λιῶμα
τά ὀμορφότερα παιδιά

ἱππεύανε μεγάλες μηχανές
βουλιάζανε στή νύχτα μαγικά
κι ὅλο
στίς πλάτες τους στραφτάλιζαν
λεπτές
φτεροῦγες
κάτασπρες.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Άγγελος Σικελιανός, Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα, (επίμετρο: Σοφία Κολοτούρου)

aggelossikelianos1.jpg

Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Κι όπως κυλά από τʼ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά ένʼ αστέρι.
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απʼ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι πʼ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Φαίνεται πως αυτό το ποίημα έχει, εσχάτως, επηρεάσει πολλούς και βαθιά. Ο Μένης Κουμανταρέας στο βιβλίο του: “Δύο φορές Ελληνας”, το αναφέρει συνεχώς και παίζει κεντρικό ρόλο στη μυθοπλασία του και στην εξέλιξη της ιστορίας. Εκεί διάβασα για πρώτη φορά αυτό το ποίημα. Τελευταία, το βλέπω να επανέρχεται διαρκώς υπό μορφή θραυσμάτων στο διαδίκτυο. Κανείς όμως δεν αναφέρει ότι το έχει γράψει ο Αγγελος Σικελιανός. Κι επειδή είναι μάλλον από τα λιγότερο γνωστά ποιήματα του Σικελιανού (ίσως επειδή μιλάει για μια πράξη ξένη προς την ιδιοσυγκρασία του ποιητή – ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τον Αγγελο Σικελιανό να στρέφει το μαχαίρι στον εαυτό του; ) αποφάσισα να το παραθέσω εδώ ολόκληρο. Ισως είναι καιρός να θυμηθούμε και να αξιολογήσουμε ξανά αυτό το ποίημα.

Διαβάστε περισσότερα