Σπύρος Αραβανής, «Στην άκρη της σκαλωσιάς»
3Ιου
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πυρκαγιάς η οποία τραυμάτισε βαριά την Παναγία των Παρισίων, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, απήυθυνε ανοικτή πρόσκληση «στα μεγαλύτερα ταλέντα» εντός και «πολύ πέραν των συνόρων μας» ώστε να συνδράμουν στην ανοικοδόμησή της. Σαν να άκουσα τότε να αναπηδά από τους στίχους, εκείνος ο εργάτης που διαβάζει, στα 1935 -στο ομώνυμο ποίημα του Μπρεχτ– και με όλη τη δύναμη που έχει απομείνει στα σκονισμένα του πνευμόνια να ξαναρωτά κραυγάζοντας: «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα./ Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια; / Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα/ ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές;». Είχε και πάλι δίκιο. Αλλά ποιος τον ακούει;
Ο φιλελευθερισμός συνεχίζει να αγωνιά για τα ταλέντα και η Ιστορία για τους επωνύμους και τα θαύματά τους. Όπως για αυτό, το «όγδοο θαύμα του κόσμου», όπως βιάστηκε τότε, στα 1931, να χαρακτηρίσει ο αμερικανικός Τύπος το Empire State Building, ο υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου, τουλάχιστον για σαράντα χρόνια. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο και σαράντα πέντε μέρες, έστεκε αγέρωχο, στα 1.250 πόδια, στον ουρανό της Νέας Υόρκης, στη διασταύρωση της 5ης Λεωφόρου, νο. 350, και της 34ης δυτικής οδού. Μόνο που για να φτάσει εκεί ψηλά, χρειάστηκαν και χέρια. Πολλά χέρια. Τρεις χιλιάδες και πλέον εργάτες δούλευαν καθημερινά στο εργοτάξιο ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο το κτήριο, ώστε να απομακρυνθεί τάχιστα από το κραχ του 1929…Ένα νέο αμερικανικό όνειρο ορθωνόταν προσπαθώντας να ξορκίσει με 10 εκατομμύρια τούβλα, 200.000 κυβικά μέτρα πέτρας και 27 μίλια γραμμών σιδηροδρόμου τα εκατομμύρια των χρηματιστηριακών μετοχών που βουτούσαν σε αχαρτογράφητα νερά. Και όσο αυτό απογειωνόταν, τόσο οι μεταλλεργάτες χαλυβουργοί αιωρούνταν σε μεγαλύτερο κενό παίζοντας με τον θάνατο. Αλλά και με τον φακό των φωτογράφων.
Η ποιητική της εικόνας που διασώθηκε, αριθμεί δεκάδες λήψεις οι οποίες στην εποχή των drones και του Photoshop φαντάζουν μυθικές ή οφθαλμαπάτες. Είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινές. Όπως και ο τρόμος των χιλιάδων αυτών εργατών, όχι τόσο για τον κίνδυνο στον οποίο έθεταν τη σωματική τους ακεραιότητα –έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «το χτίσιμο των ουρανοξύστων είναι εν καιρώ ειρήνης ό, τι πιο κοντινό στον πόλεμο» υπολογίζοντας ένα θάνατο για κάθε εκατομμύριο της επένδυσης- αλλά για το «μετά». Ποιο μετά; Αυτό που ήρθε έπειτα από την ανοικοδόμηση του Empire, όταν το 25% των εργατών έμεινε άνεργο, καθώς κάθε οικοδομική δραστηριότητα, ειδικά ψηλών κτηρίων, σταμάτησε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Ο σιδεράς της φωτογραφίας κάθεται στο χείλος της σκαλωσιάς προσηλωμένος στον μόχθο του, «συναρμόττων πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ», όπως έλεγε και ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία», όχι όμως τους πολίτες, αλλά τις μεγάλες βίδες. Η σοβαρότητα και νηφαλιότητα του προσώπου του, το σμίξιμο των φρυδιών, η σταθερότητα της κίνησής του και το μεσόκοπο της ηλικίας του, με παρέπεμψαν, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία, στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κι ας έχει ο τελευταίος τα χέρια του πλεγμένα, όπως τον απαθανάτισε ο Παύλος Νιρβάνας στη Δεξαμενή.
Διαβάστε περισσότερα








