Σπύρος Αραβανής, «Η καμαριέρα»
12Δεκ
Από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε την πίσω πλευρά ενός ξενοδοχείου. Αυτά, με τα μικρά χωριστά δωμάτια και τα μπαλκονάκια τους, τακτοποιημένα ομοιόμορφα μέσα στην αρχιτεκτονική ομοιογένεια του κτηρίου, σε πλήρη αντίθεση με την πολυσπερμία των πελατών.
Σε κάποιο από όλα, που είχε ανοικτή την μπαλκονόπορτα, διέκρινε τη σκυφτή φιγούρα της καμαριέρας. Ντυμένη στα άσπρα, όπως οι ιατροί που ιαίνουν τους ασθενείς τους, κρατώντας την ηλεκτρική σκούπα. Να ξορκίζει από τον χώρο τα σημάδια που είχε αφήσει ο πελάτης είτε για να τον ξαναβρεί καινούριο –και όχι μόνο καθαρό- είτε για τον επόμενο πελάτη ώστε να αισθανθεί με τη σειρά του αυτό το στεγανοποιημένο περιβάλλον χωρίς παρελθόν και μέλλον. Απολύτως δικό του για όσο χρονικό διάστημα κατοικήσει ώστε φεύγοντας να πάρει μαζί του και τα μυστικά της διαμονής του.
Οι μόνες όμως που είναι συμμέτοχες σε αυτά είναι οι καμαριέρες.
Σκέφτηκε, δηλαδή, πόσες ιστορίες θα έχει να διηγηθεί αυτή η καμαριέρα την οποία έβλεπε να επαναφέρει με μηχανιστικό τρόπο το δωμάτιο στην ατάραχη ζωή που είχε πριν την παρουσία του εκάστοτε διάττοντος αστέρα.
Το αστραφτερό μπάνιο, με τις ολόφρεσκες καλοδιπλωμένες πετσέτες, τα καινούρια μπουκαλάκια με το αφρόλουτρο, την εκ νέου σφραγισμένη λεκάνη της τουαλέτας, τις πειθαρχημένες από την αρχή καρέκλες στη στρατιωτική σειρά που το καταστατικό ορίζει και βεβαίως το κρεβάτι, η κορωνίδα της μάχης. Την έβλεπε πώς αναμετριόταν με αυτό το ατίθασο μάλλινο άτι ώστε να είναι απολύτως τακτοποιημένο, όπως και το σεντόνι. Να είναι τελείως αρυτίδωτα και τα δυο, ένα κατόρθωμα που πάντα εκείνος θαύμαζε.
Διαβάστε περισσότερα








