Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Κωνσταντίνο Καβάφη

 

 

Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης. Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του, προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσά μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι, και πίνουμε.

Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει, με κάποια προσπάθεια, η κουβέντα. Εγώ προσπαθώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής.

Έπρεπε να είχε γεννηθεί στο 15ο αιώνα στη Φλωρεντία, καρδινάλιος, μυστικοσύμβουλος του Πάπα, έκτακτος απεσταλμένος στο παλάτι του Δόγη, στη Βενετία, και επί πολλά χρόνια πίνοντας, αγαπώντας, χαζεύοντας στα κανάλια, γράφοντας, σωπαίνοντας –να διαπραγματεύεται τις πιο σατανικές και σκανδαλώδεις υποθέσεις της Καθολικής Εκκλησίας.

Ξεχωρίζω στα σκοτεινά, πάνου στο ντιβάνι, τη φυσιογνωμία του –πότε όλο έκφραση μεφιστοφελική κι ειρωνεία και τα ωραία μαύρα μάτια του ξάφνου αστράφτουν μόλις πέσει πάνω τους μια μικρή αχτίδα από το φως των κεριών, και κάποτε πάλι γέρνει, όλο φινέτσα, παρακμή και κούραση.

Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα –και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του. Έτσι που για πρώτη φορά τον βλέπω απόψε και τον ακούω, νιώθω πόσο σοφά μια τέτοια πολύπλοκη, βαρυφορτωμένη ψυχή της άγιας παρακμής κατόρθωσε να βρει τη φόρμα της –την τέλεια που της ταιριάζει- στην τέχνη και να σωθεί.

Ο εξωτερικά πρόχειρος μα σοφά μελετημένος στίχος του Καβάφη, η θεληματικά αλλοπρόσαλλη γλώσσα του, η απλοϊκή ρίμα του, είναι το μόνο σώμα που θα μπορούσε πιστά να περικαλύψει και να φανερώσει την ψυχή του. Σώμα και ψυχή στα τραγούδια του είναι ένα. Σπάνια στην ιστορία της φιλολογίας μας μια τέτοια ενότητα υπήρξε τόσο οργανικά τέλεια. Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά, ξεθωριασμένα φύλλα, με μακρό ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νικολέττα Γκλιάου – Χριστοδούλου, “Η ποίηση στο νηπιαγωγείο”

 

 

Πολλοί ποιητές και θεωρητικοί της λογοτεχνίας έχουν δώσει κατά καιρούς ορισμούς για το τι είναι ποίηση. Ο Matthew Arnold τη χαρακτήρισε «ως την πιο τέλεια γλώσσα του ανθρώπου με την οποία γίνεται ικανός να εκφράσει την αλήθεια», ενώ ο Samuel Johnson έγραψε ότι «ποίηση είναι η τέχνη που ενώνει την ευχαρίστηση με την αλήθεια, καλώντας τη φαντασία σε βοήθεια της λογικής». Ανεξάρτητα από τους ορισμούς, όλοι αποδέχονται ότι η ποίηση είναι μια μορφή τέχνης η οποία προσφέρει αισθητική απόλαυση, ευχαρί στηση, «επαύξηση της ζωής» όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Τ.S. Eliot.
Σήμερα στην τεχνοκρατική και μηχανοποιημένη κοινωνία που ζούμε, βιώνουμε καθημερινά την απουσία μαγικών στοιχείων, πραγμάτων καθαρά ποιητικών που θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να εκλεπτύνουν την ευαισθη σία μας, να καλλιεργήσουν και να οξύνουν τη σκέψη μας. Η μύηση του μι κρού παιδιού στον έντεχνο λόγο πρέπει να κατέχει πρωτεύουσα θέση ανά μεσα στις ποικίλες δραστηριότητές του, γιατί ο έντεχνος λόγος είναι μέσο γλωσσικής αγωγής. Η ποίηση είναι παιχνίδι λεκτικό και τα παιδιά έχουν ανάγκη να παίξουν και να πράξουν με το λόγο για να ευρύνουν τη σκέψη τους. Οι διαφορετικές αποχρώσεις στον ποιητικό λόγο διευρύνουν όπως λέει η ποιήτρια Θ. Χορτιάτη «την προσπάθεια του παιδιού να δει, να ερμηνεύσει και να δεχθεί το γύρω κόσμο, ενώ του αφήνονται περιθώρια και για τις δικές του επεμβάσεις, προτάσεις για να φτιάξει στη φαντασία του το δικό του όραμα του κόσμου» (Χορτιάτη, 1998).
Η ύπαρξη λαϊκών ποιημάτων και τραγουδιών για παιδιά σε κάθε χώρα αποδεικνύει ότι η ποίηση είναι η πρώτη πνευματική τροφή των παιδιών. Τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα που ακούν τα μικρά παιδιά από την κού νια έχουν μουσικότητα και ποιητικούς ρυθμούς και διακρίνονται για τη σα φήνεια, τη συντομία και την πλούσια γλώσσα τους. Η πρώτη γνωριμία του παιδιού με την ποίηση μπορεί λοιπόν να είναι ευχάριστη, όταν πρόκειται για ακούσματα που μιλούν στον κόσμο του παιδιού με φαντασία, λυρισμό, απλό τητα και χιούμορ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Kώστας Βάρναλης, “Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω” (“Φιλολογικά απομνημονεύματα”, Kέδρος, 1980)

Στα 1898 τέλειωσα το σκολειό ― την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη εκείνη ώρα που θ’ «ανακτήσω» την ελευθερία μου· δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου… θα μάθω κι εγώ μια τέχνη, να γίνω «άντρας», όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από δω κι ομπρός δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών!…
Kαμιά πιθανότητα δεν υπήρχε πως θα πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε σπίτι μας, όπως κι ο «σύμβουλος» της μητέρας μου, ο κυρ-Nίκος ο Aποστολίδης, ο πατέρας του δημοσιογράφου Hρακλή Aποστολίδη, πως πρέπει να «σπουδάσω», γιατί «παίρνω τα γράμματα». Mα λεφτά δεν υπήρχανε. Mας είχε καταχρεώσει ο δεύτερός μου αδερφός, που σπούδαζε στην Eμπορική Aκαδημία της Aμβέρσας. Eγώ που άκουα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου.

Tα Zαρίφεια Διδασκαλεία

Όμως τα πράματα δεν ήρθανε όπως τα περίμενα. Άμα τέλειωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα μου την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Xαιρόμουνα την «ελευθερία» μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.
Mια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
― N’ αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα… Nα καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα «Zαρίφεια Διδασκαλεία» της Φιλιππούπολης.
Kεραυνός!
― Kαι με τι χρήματα; μουρμούρισα.
― Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος.
Kείνη τη χρονιά είχανε «κενωθεί» δώδεκα θέσεις υποτρόφων στα Zαρίφεια. O ιδρυτής των Zαριφείων, Γεώργιος Zαρίφης, είχε καταθέσει και δυο χιλιάδες λίρες για να σπουδάζουνε με τους τόκους των πολλά φτωχά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Ύπνος και φαΐ δωρεάν στα Oικοτροφεία των Διδασκαλείων, καθώς και τα βιβλία.
― Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.
Aπ’ όλες τις τέχνες προτιμούσα τη… ραφτική.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Εγγονόπουλος, “Σημειώσεις, Ι”

 

 

Ce sera, aux yeux du public lisant, une curiosité
de ce temps que de voir à quel point un écrivain
très perspicace et direct, acquit une notoriété
en contradiction (du tout au tout) avec ses qualités,
pour avoir, simplement, exclus les clichés, trouvé
un moule propre à chaque phrase et pratiqué le purisme.

STÉPHANE MALLARMÉ

Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση ναν τα διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο-τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν. Πάντως δε θα έστεργα ποτέ ναν τα δώσω για τύπωμα πριν από τα μέσα του 1938. Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.
Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του Κύκλος, τότε το μπορούσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρονιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του Κύκλου, αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίο, πάλι στις εκδόσεις του Κύκλου, όλα όσα του είχα δώσει.
Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φρόντισε τη στοιχειοθέτηση. Αρκετά στοιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέρι ― δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έγινε ― καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του Κύκλου σ’ ένα δωμάτιο της τότε κατοικίας του, στην οδό Δαιδάλου. Ο αλησμόνητος Μελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διορθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, για το εξώφυλλο και για την εσωτερική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίο παρουσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο μήνες ύστερ’ από το περιοδικό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Aλέξανδρος P. Pαγκαβής, “Σούτσοι” από τα “Aπομνημονεύματα”, τόμος Ι, Kασδόνης, 1894

 

 

Εν Ναυπλίω διέτριβον τότε, ολίγον προ εμού αφιχθέντες, και οι δύω αδελφοί Σούτσοι, ο Παναγιώτης, ον είχον αφήσει εν Βιέννη, και ο πρεσβύτερος αυτού Αλέξανδρος, εκ δευτέρου επιδημούντες εν Ελλάδι, διότι και επί της επαναστάσεως είχον έλθει, αλλά μετά βραχείαν διαμονήν απήλθον εις Γαλλίαν και Ιταλίαν προς εξακολούθησιν των σπουδών των. Συνώκουν δε μετά της νέας αδελφής των Ευφροσύνης, της έπειτα Κας Εδιπίδου, ήτις διά της κιθάρας της έθελγε τας εσπέρας ημών, άδουσα Γαλλιστί και Ιταλιστί μετά του ιατρού Ιωάννου Κλάδου, όστις πολύ με διεσκέδαζε προφέρων «ούνε ζουνέ βερζιέρε» αντί une jeune bergère.
Συνώκει δε μετά των Σούτσων και ο πρεσβύτερος αυτών αδελφός Μιχαήλ, μείνας εν Ελλάδι επί της επαναστάσεως, και πολιτικάς θέσεις επιδιώκων, αλλά των αδελφών του υπό πάσαν έποψιν υποδεέστερος.
Η οικία αύτη των Σούτσων ην δι’ εμέ τότε το πρώτατον κοινωνικόν καταφύγιον, και η μεγίστη μου απόλαυσις ην ν’ ακούω των δύω αδελφών απαγγελλόντων (όπερ συνεχέστατα και προθυμώτατα έπραττον) τας ποιήσεις όσας τότε έγραφον ή άλλοτε είχον γράψει. Μετ’ ενθουσιασμού προσέχαινον εις αυτούς, και τους εθεώρουν μεθ’ υπερηφανείας ως ποιητάς την Ελλάδα τιμώντας, και εκ των παραδειγμάτων και των συμβουλών αυτών επροσπάθουν να ωφελώμαι. Ομολογώ όμως ότι καθ’ όσον εμυούμην εις τας Μούσας αυτών, το θάμβος βαθμηδόν εμετριάζετο και ήρχιζον να διακρίνω προς τοις προτερήμασι καί τινα ελαττώματα και να κρίνω αυτά ψυχρότερον.

Διαβάστε περισσότερα