Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αργυρώ Αγγελίνα- Ζωγράφου, «Το δυσλεκτικό βραχιόλι του Μάρτη», εκδ. Θερμαϊκός, 2016 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

Τα σημαντικότερα βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά διαχρονικά έχουν ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ξεκινούν με την πρόφαση ότι ο βασικός αναγνώστης τους θα είναι το παιδί, αλλά στην ουσία πρόκειται για έργα που ξεπερνούν τα όρια μιας ηλικιακής ανάγνωσης και γίνονται βιβλία λογοτεχνίας που αφορούν όλους τους αναγνώστες. Είναι αυτά που διαθέτουν έναν κεντρικό χαρακτήρα- παιδί ο οποίος σε πηγαίνει πιο πέρα από την παιδική του ηλικία. Σε επιστρέφει στο παιδί που ήσουν, ή στο παιδί που δεν υπήρξες ποτέ, αλλά κυρίως σε επαναφέρει στο πώς μπορεί να είναι ο κόσμος μέσα από το παιδικό πρίσμα, τον πιο τίμιο καθρέπτη της ζωής. Είναι αυτά που μέσω του μυθοπλαστικού τους ρεαλισμού, του πρωταγωνιστή και των δευτερευόντων χαρακτήρων ηθογραφούν μια εποχή ενώ παράλληλα διατρέχουν τον χρόνο και προσφέρουν έδαφος για αναγωγές στο σήμερα. Σε αυτή την κατηγορία, λοιπόν, ανήκει και το «Δυσλεκτικό βραχιόλι του Μάρτη» της Αργυρώς Αγγελίνα Ζωγράφου.

`
Αν θέλουμε να εντάξουμε το βιβλίο σε ένα είδος λόγου, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία. Δεδομένου ότι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα δυσλεκτικό κορίτσι, με σάρκα και οστά το οποίο ζει και βιώνει γήινες καταστάσεις σε μια επαρχιακή περιοχή τη δεκαετία του ʼ60, αυτομάτως προσδίδει στο βιβλίο μιαν αξιοσημείωτη σπανιότητα στον τομέα του. Είναι μια αληθινή ιστορία. Είναι δηλαδή μια κατάθεση ψυχής, ένα βίωμα και όχι μια αμιγώς μυθοπλαστική επινόηση. Είναι οι ζώσες μνήμες μιας ενηλίκου η οποία, όμως, διαβάζοντας το βιβλίο αισθάνεσαι ότι δεν γράφει με βάση την τωρινή της ηλικία, άρα μέσω από το φίλτρο της εμπειρίας, αλλά με το χέρι του κοριτσιού που υπήρξε και που φαίνεται ότι δεν σταμάτησε ποτέ να ενεργεί μέσα της. Για αυτό και το βιβλίο διατηρεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία του σελίδα το μαγικό σπινθήρισμα μιας παιδικότητας απολύτους ειλικρινούς. Όχι επεξεργασμένης εκ των υστέρων, αλλά δρώσας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αργυρώ Αγγελίνα- Ζωγράφου, «Το δυσλεκτικό βραχιόλι του Μάρτη», εκδ. Θερμαϊκός, 2016

`

– Στον πίνακα η Αργυρώ!
Σηκώθηκα λες και στις τσέπες μου υπήρχαν πέτρες και στο στρίφωμα του φορέματος επίσης.
– Μάλιστα, κυρία.
– Ένα και ένα πόσο κάνει; Γράψε το στον πίνακα.
Έγνεψα καταφατικά. Η κυρία γύρισε προς τις μεγαλύτερες τάξεις (το σχολείο ήταν μονοθέσιο ).
Έγραψα 1 και περίμενα με τις ίδιες ανασφάλειες ενός μικρού πελαργού να πετάξει, ξεχνώντας όλα όσα είχε πει. «Θυμήσου, θυμήσου!», πίεζα τον εαυτό μου. Κάτι περνούσε από το μυαλό, αλλά κι αυτό κόλλησε σαν τη χελώνα στη λάσπη. Η απαγόρευση της κυρίας να γυρίσω προς την τάξη στραγγάλισε και την παραμικρή ελπίδα να ακούσω ή να δω νοηματική βοήθεια από τον Ανδρέα ή άλλο συμμαθητή.
Κοίταξα το μαρτιάτικο στριφτάρι, μήπως και ανασυγκροτηθώ, αλλά ήταν αδύνατο. Πώς κόλλησα έτσι. Κάτι μου είπε… Σαν «ένα» …και μετά άλλο «ένα». Ούτε το «συν» είχα συγκρατήσει.
Η κυρία απορροφημένη με τα μαθήματα των άλλων τάξεων προχωρούσε στους διαδρόμους, ανάμεσα στα θρανία, προκαλώντας Αρμαγεδδώνα. Ξεχασμένη στο μπροστινό μέρος της αίθουσας άκουγα τους άλλους, κοιτώντας το 1 με τόση προσήλωση και προσμονή, όπως ο Μωυσής τον ουρανό να κατέβουν οι δέκα εντολές. Πάλευα απεγνωσμένα να θυμηθώ τη στιγμή που μας το εξήγησε στην παράδοση.
– Έλα, τελείωνε! ακούστηκε η φωνή της δασκάλας από το βάθος της αίθουσας, απευθυνόμενη σε άλλο μαθητή.
Μου ήρθε στο νου η φράση «Έλα, ʽΈλλη!» από το Αναγνωστικό και πίστεψα ότι με ρώτησε κάτι στη γλώσσα. Αποσυντονίστηκα τελείως. Ώσπου ξεχώρισα μία μωρουδίστικη, κλαψιάρικη φωνίτσα. Ξαφνιασμένη, τέντωσα τʼ αυτιά μου προς τον πίνακα. Αφοσιώθηκα σʼ αυτόν τον ψίθυρο και ήταν απίστευτο, αλλά αληθινό. Το 1 στην απελπισία του μίλησε ανθρώπινα!
– Πώς χάνεις την πραγματικότητα, σαν να γεννήθηκες χθες! Νομίζεις ότι θα φύγω εύκολα από τη ζωή σου; Μόλις με σβήσεις με το βρεγμένο σφουγγάρι, θα με ξαναγράψεις δυνατότερα. Θα ξεφυτρώνω συνέχεια μπροστά στα μάτια σου, ζωντανό, γενναίο. Είμαι το παντοδύναμο 1. Όλα ξεκινούν και σταματούν εδώ, σε μένα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χούλιο Ραμόν Ριμπέϊρο, «Ρήσεις του Λουδέρ», (μετφρ. Βλάσης Παπαπετρόπουλος, εκδ. Ενδυμίων, 2016) (γράφει ο Βασίλης Λαλιώτης)

`

Αποσπάσματα του βιβλίου στο Αρχείο του ΠΟΙΕΙΝ: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ

`

Ο Χούλιο Ραμόν Ριμπέϊρο, γεννήθηκε στη Λίμα του Περού στις 31 Αυγούστου του 1929. Σε μια οικογένεια μεσαίας τάξεως. Ήταν ο τελευταίος από τέσσερα αδέλφια. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο περιβάλλον της ζωής της μεσαίας τάξεως του Περού, και σπούδασε σε καθολικό πανεπιστήμιο. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, η σπουδές δηλαδή σε κάποιο καθολικό ή ακόμα και ιησουήτικο πανεπιστήμιο συνοδεύει σχεδόν όλους τους μεγάλους συγγραφείς κι όχι μόνο τους ισπανόφωνους, αλλά και τους καθολικούς αγγλόφωνους, θυμηθείτε τον Τζόϋς και τον Μπέκετ. Σπούδασε  βέβαια Δίκαιο  και Γράμματα, σπουδές στο κέντρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Η ζωή του πέρασε ανάμεσα στο Περού και την Ευρώπη. Η πρώτη υποτροφία τον έφερε στην Ισπανία, το 1952, και έμεινε ένα χρόνο στο φημισμένο πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης. Το 1953 βρέθηκε στο Παρίσι όπου έγραψε και το πρώτο βιβλίο διηγημάτων του. Ταξιδιώτης της Ευρώπης, έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού και επισκέψεις σε Βέλγιο και Γερμανία.
με μια ακόμα υποτροφία βρέθηκε το 1955 στο Μόναχο και το 56 στο Παρίσι. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων προφανώς γιατί τα χρήματα των υποτροφιών δεν ήταν αρκετά έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει. Πωλητής, ελεγκτής εισιτηρίων του μετρό, ανακυκλωτής εφημερίδων. Τα λέω αυτά γιατί αποτελούν μέρος της ζωής όλων σχεδόν των λατινοαμερικάνων συγγραφέων που γνωρίσαμε στο λεγόμενο μπουμ της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Γύρισε στη Λιμα το 1958 και δούλεψε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Το 60 δημοσίευσε το βιβλίο του Χρονικό του Σαν Γκαμπριέλ και πήρε το κρατικό βραβείο εκείνης της χρονιάς.
Το 1961 ξαναγύρισε στο Παρίσι ως πρεσβευτής του Περού στην Ουνέσκο. Παντρεύτηκε κι έκανε ένα γιο. Το 1973 έκανε την πρώτη του επέμβαση για καρκίνο στα πνευμόνια γιατί ήταν μανιώδης καπνιστής. Τα τελευταία χρόνια του τα πέρασε μεταξύ Παρισιού και Λίμας και πέθανε από καρκίνο στις 4 Δεκεμβρίου του 1994. Στην πλάκα του τάφου του, έβαλε μια φράση που μας εισάγει στο βιβλίο το οποίο παρουσιάζουμε εδώ.:  Ο μοναδικός τρόπος να συνεχίσεις εν ζωή είναι να κρατάς ζεστή τη χορδή του πνεύματος, τεντωμένο το τόξο, σημαδεύοντας το μέλλον. Ο Χούλιο Ραμόν Ριμπέιρο έγραψε και μυθιστόρημα και θέατρο, αλλά απάνω απόλα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Γι αυτό και λίγο πριν πεθάνει του έδωσαν το μεγαλύτερο βραβείο στη Λατινική Αμερική, το Βραβείο Χουάν Ρούλφο.


Ας έρθουμε τώρα στο βιβλίο. Οι Ρήσεις του Λουδέρ κυκλοφορούν πρώτη φορά το 1989.
Δίπλα γράφουν, χωρίς ταξινόμηση. Δεν είναι δηλαδή διήγημα ή μυθιστόρημα. Είναι όμως αποφθέγματα. Και το απόφθεγμα στην Ελλάδα, από τότε που συχωρεμένος Παναγιώτης Κονδύλης, άρχισε να εκδίδει μια σειρά βιβλίων με αποφθέγματα στις εκδόσεις Στιγμή , απέκτησε ένα καινούριο ενδιαφέρον, και μάλιστα θα έλεγα βγάζει πια και νέους βλαστούς. Κάποιοι ποιητές παλιότεροι και νέοι τυπώνουν βιβλία με αποφθέγματα. Το απόφθεγμα έχει δύο χαρακτηριστικά. Το ένα είναι ότι εμφανίζει τα λεγόμενα του ως κεκυρωμένα και το δεύτερο  ότι η συντομία του είναι στοιχείο που το κάνει το κείμενο της εποχής. Μιας εποχής όπου και η πολιτική ακόμα ασκείται μέσω τουίτερ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Τρεις εγκιβωτισμοί

ορόσημα

Αν ήταν άλλοτε- που αυτό το μέρος το όριζε μόνο με το μυαλό- δε θα φοβόταν. Είχε βγει σʼ ένα χωράφι πεόνιες και στερλίτσες, με αίολους παπαγάλους, μια λιμνούλα δίχως βατράχους με αιώνιους γυρίνους γυάλιζε στον ορίζοντα, κι ένας χωματόδρομος αεροδρόμιο, σαν εκείνον που έπαιζαν τζάνες με σπασμένα μάρμαρα, Ιούλιος, τα σχολεία κλειστά, χώμα κι αλητεία.
Όμως τελευταίως- κι αφού έπινε επίμονα μέχρι να λιποθυμήσει- σε κάθε γωνιά του ονείρου, ξεχύνονταν οι δαίμονες της κάθε σκατομέρας. Έτσι ενώ βάδιζε αμέριμνος, από τον ίδιο δρόμο διέρχονταν, το ασθενοφόρο που έφερνε πίσω τον πατέρα μετά την επέμβαση στο ισχίο με αναμμένη σειρήνα, ένα όρνεο σακατεμένο από φουρνέλο της Πειραϊκής κουτσαίνοντας, κι ένα παιδάκι με κόκκινο ζιπούνι, βρεγμένο με θάλασσα. Όλοι τους τυφλοί και το ασθενοφόρο δίχως μπροστινά φανάρια. Ώρα μετά που περνούσαν, συνέχιζε η σειρήνα, και στον δρόμο ζωγραφίζονταν σημάδια απʼ τα λάστιχα, ενώ πάνω απʼ τα καλώδια της ΔΕΗ, ανοιγόταν μες στη νύχτα, μια κόκκινη γραμμή σα νυχιά. Το παιδί, πάντα νωπό, έμοιαζε να σέρνεται στην άκρη με ταχύτητα, αλλά το κορμί δεν άλλαζε θέση. Δεν είχε χώμα και αλητεία γι αυτό το άμοιρο. Στον Αη Γιώργη, ο αυτόχειρ φούρναρης του φούρνου επί της Γεναδίου στο νούμερο 7, διάβαζε δυνατά από τα μεγάφωνα, την επιστολή προς τη φουρνάρισσα. Που και που η φωνή του μικροφώνιζε:
«- Κουράστηκα πια να ζυμώνω. Σε αφήνω. Όσα ζήσαμε ήταν νερό. Στο κομοδίνο έχω ένα σουγιά σε κοκάλινη θήκη, σπάστην και τρίψε τα κομμάτια στη μαγιά. Ζύμωσε δώδεκα πρόσφορα και με τη λάμα χάραξε: ΠΑΕΙ ΚΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ…κι όσοι προλάβουν, μοίρασέ τους, μα μην πάρεις λεφτά, για το συχώριο. Κόλλυβα μην ψήσεις, τοʼ χω για κακό.»
Ενώ διάβαζε, η μακαρίτισσα η μάνα του, ερχόταν σα χαλασμένη κούκλα, και τού ριχνε στους ώμους ένα πλεχτό, κόντευε χειμώνας και το κρύο δυνάμωνε. Η γυναίκα του δάγκωνε τα χείλια. Κόρνες ακούγονταν από επικείμενους γάμους, ανυπόμονες σαν τις γάτες στον οίστρο τους. Σκέφτηκε, αυτή η διαδοχή είναι η ζωή που συμβαίνει, όχι αυτή που ονειρευόμαστε, ούτε αυτή που μας υπόσχονται. Δυο τρία βιαστικά ορόσημα, και μετά η λήθη.

(από τη συλλογή: εγκιβωτισμοί – εγκιβωτισμός V/ ορόσημα)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

H. P. Lovecraft (1890-1937) “Poemata Minora”, e-book “The Poetry of H. P. Lovecraft: 90+ Poems in One Volume”, εκδ. e-artnow, 2016. (Μεταγραφή στα ελληνικά & Επίμετρο: Άρης Φίλιππας)

`

Στους Θεούς, Ήρωες & Στα Ιδανικά των Αρχαίων
Είναι Αφιερωμένος Τούτος Ο Τόμος Με Αγάπη
Από Έναν Μέγιστο Θαυμαστή

Υποβάλλω στο κοινό τούτες τις ράθυμες γραμμές, ελπίζοντας να ευχαριστήσουν. Σχηματίζουν ένα είδος σειράς, με τον Οδυσσέα μου, την Ιλιάδα, την Αινειάδα και τα συγγενή.

`

1. ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ Ή ΣΤΗΝ ΑΡΤΕΜΙΔΑ

Αγνά άστραψε κι ολόλαμπρα, Απέθαντη Σελήνη.

Μοίρασε τις αχτίνες σου, θείο της Λητούς παιδί.

Ορίζει όλα τα φριχτά το φέγγος σου από ασήμι,
Και σʼ ήπια πλάνη κρύβει την Αλήθεια τη σκληρή.

Στʼ απαλοφώς σου, η πόλη πουνʼ γεμάτη ανησυχία
Που υπό το θάμπος του αδερφού σου εινʼ τόσο ρυπαρή
Αποτινάζει το έθος της, και σε βουβή ευλογία,
Γίνεται ενύπνιο, όμορφη σπιθίζει και λαμπρή.

Μʼ όλη την έγνοια του, ο σύγχρονος κόσμος, την οδύνη,
Οι καπνισμένοι δρόμοι, οι κωδωνόμυλοι του ζόφους,
Αστράφτουν στις αχτίνες σου ανάμεσα, Σελήνη
Και σαν βοσκοί ρεμβάζουμε παʼ στης Χαλδαίας τους λόφους.

Την ταπεινή μου, Άρτεμις, άκου καλά ικεσία.
Σύρε με εκεί όπου η ευτυχία μου θα διαρκεί.
Στου Χρόνου κόντρα τράβα με την άγρια τρικυμία
Κι ασʼ την ψυχή μου μες στο παρελθόν νʼ αναπαυτεί.

`

Διαβάστε περισσότερα