Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Νατάσα Αθηαινίτου-Κυπριανού, “Νοσταλγία Ουρανού”

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΟΥΡΑΝΟΥ

Τις μέρες τούτες τα πουλιά δεν κελαηδάνε παρά μόνο μέσα σε σπηλιές.
Τις νύχτες δε, κοιμούνται σε νεκροταφεία
νοσταλγώντας τον ουρανό.

Το πρωί περπατάνε έξω από τα τείχη παρέα με ένα ρακένδυτο άνδρα
που προχωράει ασθμαίνοντας.
Το πρόσωπό του
σε λευκό σεντόνι τυλιγμένο
προσμένει το αδύνατο.
Ακολουθάνε άλλοι εννέα
κουβαλώντας αβοήθητοι
τα σώματά τους
τις πληγές
τη μοναξιά τους.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Κασελίμης, “Πανδημία”

ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Χτύπησαν την πόρτα μου.
Με ρώτησαν: «είστε άρρωστος»;
Τους είπα όχι.
Και τότε άρχισαν να ουρλιάζουν
τα πρόσωπά τους παραμορφώθηκαν
τα χέρια τους έλιωσαν πάνω στα μάγουλά τους

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Δόντσος, “Τυραννίς”

Τυραννίς

στάζει δ᾽ ἀνθ᾽ ὕπνου πρὸ καρδίας
μνησιπήμων πόνος·
καὶ παρ᾽ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν.
δαιμόνων δέ που χάρις βίαιος
σέλμα σεμνὸν ἡμένων.

Καθόμουν στην προκυμαία
Και η κυανοπρώρα θάλασσα μπροστά μου
Και ο ορσίαλος ευγενικός,
Επέτρεπε στην γαλήνη να ευδοκιμήσει.
Τότε ήταν, που η αλκυόνη μου ‘πε
«Στα μαρμαρωμένα μου φτερά, απ’ το πολύ αλάτι,
Σου ορκίζομαι,
Η μέρα σας θα έρθει
Και κανένα κρασί αυτού του κόσμου, δεν θα μπορέσει
Να σας ζεστάνει ξανά·

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Μονόλογος, με την ανάσα του φόβου»

 

Πίνακας: “Never Fear The Few,” by Kris Gebhardt

`

Το τριανταφυλλί του ουρανού

παραδίδει τη θέση του στο χρυσό, ώρες που κερδίζει

η σιωπή στον ορίζοντα και η ανάμνησή σου στο βλέμμα.

Εκστατικό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, και κατάκοπο,

έτσι θέλω να σε σκέφτομαι, τώρα που δεν επιτρέπεται

να φτάσω ως εκεί, να χτυπήσω την πόρτα σου

να ζητήσω να με κρατήσεις, να ξορκίσεις σε ένα φιλί τον φόβο μου,

να με παρηγορήσεις, όντας και εσύ απαρηγόρητος,

Τώρα, πριν το ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο

πόσο ήθελα να χτυπήσω απαλά το ρόπτρο

να ραγίσει ο ήχος το άσωτο σκοτάδι

να βγουν στα παραθυρόφυλλα οι γείτονες, να μου χαμογελάσουν

να αγγίξω τα γεράνια στις γλάστρες σου,

να μυρίσω τα κρινάκια στο παρτέρι με την ανθισμένη λεμονιά

να αφήσω να με ξεγελάσουν όπως παλιά τα παιδιά στο καντούνι…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Η θυσία», Μπουκέτο, 19/ Ο4/ 1925

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό –πάνε τώρα χρόνια– μια σκοτεινή κι αλλόκοτη βραδιά, ο Χριστός κατέβηκε στον κόσμο.

Πρώτη φορά κατέβαινε στη γη, και μοναχός Του βάδιζε στην τύχη· ήταν ένα βράδυ ζεστό και τρυφερό, ένα δρομάκι ήσυχο φαι­νότανε μπροστά Του, ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει. και καθώς πήρε το δρομάκι εκείνο, βγήκε προς τη μεριά της Ιουδαίας.

Φορούσε ρούχα ταπεινά κι απλά, κι ακουμπούσε μαλακά σ’ ένα κλαρί, που μόλις το ’χε κόψει μέσ’ στο δάσος· δε μπορούσε κανείς να Τον γνωρίσει, κανείς να Τον γνωρίσει κι από τίποτα –εξόν απ’ τα μεγάλα Του τα μάτια, που φέγγανε γλυκά μέσ’ στο σκοτάδι, σα δυο μεγάλα σιωπηλά φεγγάρια· έμοιαζε τώρα σαν προσκυνητής, από κείνους που ξεκινάν για τόπους μακρινούς, και ζούνε διακονεύ­οντας στο δρόμο το ψωμί τους.

Τα ρόδα τ’ ανοιξιάτικα μοσκοβολούσαν τώρα. Γύρω ήταν απλω­μένη ησυχία· τ’ άστρα φεγγοβολούσανε ψηλά, με τα γλυκά τρεμου­λιαστά τους φώτα.

Κι έτσι που περπατούσε αφαιρεμένος, βυθισμένος πάντα μέσ’ στις σκέψεις Του, είδε άξαφνα, στο στρίψιμο του δρόμου, ένα πλήθος άλλα φώτα που βαδίζανε, και φτάναν τώρα, όλα μαζί, σαν ένα μεγάλο αστερισμό· τράβηξε τότε προς αυτά τα φώτα, μαντεύοντας πώς σίμωνε σε κάποια πολιτεία. Κι αληθινά, εκεί, σ’ αυτό το μέρος, ήτανε μια μεγάλη πολιτεία, που, καθώς πλησίαζε, μεγάλωνε, κι άρχιζε πια να ξεχωρίζει και τα σπίτια της: ήταν όλα γύρω φωτισμένα –κι ήταν παντού η ίδια φωταψία, σάμπως να γινόταν πανηγύρι· ερχό­ταν, όσο σίμωνε, στ’ αυτιά Του, το βουητό και των ανθρώπων οι φωνές. Κι όταν έφτασε ακόμα πιο σιμά, είδε να προβάλουν από πέ­ρα, ένα πλήθος άνθρωποι που φώναζαν, και βαστούσαν πέτρες και κοντάρια, κι αναμ­μένους κόκκινους δαυλούς· ήταν άντρες, γυ­ναίκες και παιδιά, και φώναζαν μαζί, και βλαστημούσαν, και χτυπούσαν τον αέρα με τις βέργες, σκούζοντας ώρες-ώρες σαν τρελοί.

Κι όταν άρχισε να βλέπει πιο καλά, είδε, μπροστά, να περπατάνε στρατιώτες, με λόγχες, με λοφία και με κράνη· κι είχανε στη μέση κάποιον άνθρωπο· κι ο άνθρωπος αυ­τός ήταν ξυπόλητος, όλο κουρέλια γύρω κι ελεεινός· στα μαλλιά του είχανε βάλει ένα στεφάνι αγκάθια και τσουκνίδες, και κουβαλούσε μ’ αγωνία κάποιο ξύλο.

Τα μάγουλα του ήταν γδαρμένα κι όλο αίματα, γιομάτα χώματα, φτυσιές κι ακαθαρσίες. Και το πλήθος γύρω του βοούσε, σα θά­λασσα φριχτή κι ανταριασμένη. Και των πυρσών οι κόκκινες αν­ταύγειες, φωτίζανε παράξενα τα σπίτια, κι έκαναν να χορεύουν οι σκιές, μεγαλωμένες των ανθρώπων οι σκιές, στους φωτισμένους τοίχους, γύρω-γύρω. Τότε ο Χριστός, σπρωγμένος απ’ το πλήθος, πήγε σ’ έναν άνθρωπο σιμά, που πήγαινε κι αυτός μαζί, τραβών­τας τα μαλλιά του, –και γύρεψε να μάθει τι συμβαίνει.

Κι αυτός Του είπε, σκύβοντας στ’ αυτί του:

— Είν’ ένας προφήτης –δεν τον ξέρεις;– είν’ ένας προφήτης ξακουστός: ήρθε στον κόσμο για να φέρει την αγάπη· μ’ αυτοί δεν τον κατάλαβαν διόλου, γιατί μιλούσε λόγια των Αγγέλων. Κι οι βασιλιάδες οι τρανοί τον φοβηθήκανε, και δώσαν προσταγή να τον κρεμάσουν· και τώρα πάνε για να τον κρεμάσουν…

Διαβάστε περισσότερα