Γιώργος Δ. Μπίμης, “Ερωτικό”
4Ιου
Μύρο χυμένο στη γη, γλυκό κρασί τα χείλη σου και το κορμί σου
ένας ανθοφόρος ορίζοντας γιομάτος αμαρυλλίδες, χρυσάνθεμα, κυκλάμινα
και γιασεμιά.
Με τη δύναμη της ανεξίτηλης γοητείας σου παρασέρνεις τα πάντα
στο πέρασμά σου κι ο αντίλαλος της φωνής σου, άπλετο φως
που ιστιοδρομεί στις αφύλαχτες και στις απερίφρακτες νύχτες…
Ακάματος οδοιπόρος περιδιαβαίνω στις ίδιες διαδρομές
χωρίς να μπορώ να κατασιγάσω τις υλικές και τις ψυχικές μου αναζητήσεις.
Ένα κομμάτι χρόνου που ανήκει στη δική σου αιωνιότητα διεκδικώ
κι ότι έζησα δίπλα σου το κουβαλάω ακέραιο μέσα μου.
Και στον ήλιο και στη βροχή απολαμβάνω την πνοή της θαλασσινής σου αύρας που ακκίζεται στους λασπωμένους χωματόδρομους,
στα γόνιμα χωράφια με τους ηλίανθους και τ’ αραποσίτια,
στα χορταριασμένα περάσματα που συνταξιδεύουν οι ελπίδες, οι λαχτάρες και τα όνειρα.









