Juan Carlos Friebe, “«LAS BRIZNAS»-Poemas para consuelo de Hugo Van der Goes/ «ΙΝΕΣ»-Ποιήματα παρηγοριάς στον Ούγκο Βαν Ντερ Γκους” (Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή)
18Απρ

In memoriam Alba Navascuez Carrasco
( 1985 – 2004 )
Μην θυμώνεις μαζί μου, μελαγχολία, που πιάνω την πένα για να σε υμνήσω (…)
Friedrich Nietzsche
[“( … ) Hugo fue atacado de su enfermedad mental. Se creía
condenado al fuego eterno y quería suicidarse, lo que hubiera
hecho de no haberlo impedido, y con mucha dificultad, los
que con él viajaban. Aquella extrañísima enfermedad produjo
a todos una gran tristeza. Se consiguió, sin embargo, llegar a
Bruselas, y allí el prior, creyendo que su dolencia era la misma
que había sufrido el Rey Saúl, trató de apaciguarlo como hacía
David –tocando la cítara ante el rey– y añadiendo otros pasatiempos
para distraer al hermano Hugo. Todo esto no alivió
al enfermo, que persistía en declararse perdido sin remedio.”]
Crónica del convento del
Valle Rojo (primer fragmento)
[«(…) Τον Ούγκο κυρίευσε η αρρώστια του μυαλού από την οποία έπασχε. Πίστευε πως ήταν καταδικασμένος στην αιώνια πυρά και ήθελε να αυτοκτονήσει. Θα το είχε κάνει αν δεν τον είχαν εμποδίσει, με μεγάλη δυσκολία, οι συνταξιδιώτες του. Εκείνη η τόσο παράξενη αρρώστια προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλους. Κατάφεραν, ωστόσο, να φτάσει ως τις Βρυξέλλες, κι εκεί ο ηγούμενος, πιστεύοντας πως η αδιαθεσία από την οποία έπασχε ήταν η ίδια με αυτή του Βασιλιά Σαούλ, προσπάθησε να τον ησυχάσει, όπως έκανε ο Ιάκωβος- παίζοντας στον βασιλιά σιτάρ- και προσθέτωντας άλλες διασκεδάσεις για να απασχολήσει τον αδερφό Ούγκο. Τίποτα απ’ αυτά δεν ανακούφισε τον άρρωστο, ο οποίος συνέχιζε να δηλώνει χαμένος χωρίς σωτηρία.»]
Χρονικό από το μοναστήρι Valle Rojo
(Κόκκινη Κοιλάδα).
Απόσπασμα Πρώτο.
SOLEMNIDADES
IV. Quae moerebat et dolebat,
Pia Mater cum videbat
Nati poenas incliti.
Hace falta coraje para vivir sin fe,
para afrontar la inmensidad del mar,
el cielo inabarcable, el destino azaroso
que no sin extrañeza contemplamos
ensombrecer el gozo ante tanto misterio
radiante, pues lo más cercano y nuestro es
confín.
Intermitente, salvadora,
llega la luz de un faro a la ribera
con su mensaje errante de socorro,
o refulge una estrella con claridad sencilla
sin que nadie repare en los caminos
que desbrozan de sombra y de peligro.
Pero no nos fue dado sino el miedo.
Llamamos fe a una esperanza vaga
en no morir del todo si los actos
y las obras, si frutos y labores
merecieron orgullo. Aquí creer no es eso.
Aquí se mortifican y laceran
con ciegas oraciones que repiten
hasta inmolar las horas: aquí la fe es dogma.
Mas me conmueve que mis tablas sacien
su deseo de ver en mis imágenes
el reflejo de Dios y la verdad sin duda
de las alegorías. Qué candor.
Hace falta inocencia para amar,
como hace falta fuste para amarse.
Y aquí nadie se ama aunque de amor
llenan sus bocas, palabra sin labios,
labios sin miel, melaza sin dulzura.
Aquí la noche y las tinieblas densas,
aquí la umbría y huera madrugada,
aquí no amanecer, no contemplar
sino el pozo insondable de las almas
que buscaron la luz en un reflejo
de la Luna en su fondo, ingenuas típulas,
que se ahogaron de sed en la trampa del agua.
ΕΠΙΣΗΜΟΤΗΤΕΣ
Χρειάζεται κουράγιο για να ζήσει κανείς χωρίς πίστη,
για να κοιτάξει κατάματα την απεραντοσύνη της θάλασσας,
τον ατέλειωτο ουρανό, το τρομερό πεπρωμένο
που όχι δίχως δέος αγναντεύουμε
να σκιάζει την απόλαυση μπροστά σε τόσο
εκτυφλωτικό μυστήριο, γιατί το πιο κοντινό ημέτερο μας
είναι πέρας.
Διακεκομένο, σωτήριο
φτάνει το φως ενός φάρου στην ακροποταμιά
με το ερανικό του μήνυμα βοήθειας,
ή ακτινοβολεί ένα αστέρι με ταπεινό φέγγος
χωρίς κανείς να στρέψει την προσοχή του
στα μονοπάτια που ανοίγονται από σκιά και κίνδυνο.
Μα, δεν μας δόθηκε παρά ο φόβος.
Ονομάζουμε πίστη μια θολή ελπίδα
να μην πεθάνουμε οριστικά, σαν
οι πράξεις και τα έργα, σαν οι κόποι και οι μόχθοι
να ήταν άξια περηφάνιας. Εδώ δεν είναι αυτό η πίστη.
Εδώ αυτοβασανίζονται και σπαράζουν
με τυφλές προσευχές που επαναλαμβάνουν
ώσπου να σφαγιάσουν τις ώρες. Εδώ η πίστη είναι δόγμα.
Κι ωστόσο, με συγκινεί να βλέπω τις εικόνες μου να ξεδιψούν
τον πόθο τους να δουν στους πίνακες μου
την αντανάκλαση του Θεού και την αναμφισβήτητη
αλήθεια των αληγοριών. Πόση αγνότητα.
Χρειάζεται αθωότητα για ν’αγαπήσει κανείς,
όπως χρειάζεται καμουτσίκι για ν’αγαπηθεί.
Κι εδώ κανείς δεν αγαπά, αν και με αγάπη γεμίζουν
τα στόματά τους, λέξη χωρίς χείλη,
χείλη χωρίς μέλι, μελάσσα χωρίς γλύκα.
Εδώ η νύχτα και το πυκνό σκοτάδι,
εδώ η ανήλιαγη και στείρα φέξη,
εδώ όχι ξημέρωμα, όχι στοχασμός,
εδώ το απύθμενο πηγάδι των ψυχών
που έψαξαν το φως σε μια αντανάκλαση
του φεγγαριού στον πάτο του, αφελείς τίπουλες 1,
που πνίγηκαν από δίψα μες στην παγίδα του νερού.
Διαβάστε περισσότερα












