Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Θωμαή Δ. Ζορμπάκη, «Έξι χαϊκού για την Άνοιξη»

*
όμορφη Άνοιξη,
στο χορτάρι
μια πασχαλίτσα.

*

μια πεταλούδα
κρύβεται
στη σκιά του μεσημεριού

γλυκιά μελωδία της αλήθειας
χρώμα λευκό, του Μάρτη.

*

γκρίζα τα σύννεφα,
σε περιμένω.
πέφτει βροχή

*

τρέχουν τα σύννεφα
κερί ανάβω
στην εκκλησιά

*

άγνωστοι ήρωες
χτίζουν την Άνοιξη.
Λευκή σελίδα.

*

πέρασμα
όλα είχαν τελειώσει
εσύ και η μουσική

`

************************************

Η Θωμαή Δ. Ζορμπάκη γεννήθηκε το 1973 στην Νότια Αφρική από έλληνες μετανάστες. Μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στην Αθήνα όπου και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος δεκαεφτά χρόνια. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Μανδραγόρας τεύχος 37, στο Λογοτεχνικό Καφενείο και στο Αλωνάκι της Ποίησης.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Χρίστος Παλαιοπάνος, Τέσσερα ποιήματα – Δοκιμές

`

Ο επίδοξος γαμπρούλης Χίτλερ λίγο πριν τον γάμο παρατραγουδά

στον Γ. Μ.
Νυμφευμένος ήμουν πάντα
και τώρα στο μπούνκερ μου άνοιξη καιρό
νυμφευμένος
με την τέλεια ενότητα του εαυτού μου – ποιον θάνατο;

ενώ εσείς
προοδευτικοί ψυχαναλυόμενοι
προελαύνοντες
επίδοξοι νικητές –
επίδοξοι πάντα δίχως λύση τελική
ουτοπικοί
μʼ ένα ελπιδοφόρο μέλλον
μʼ έναν ερχόμενο αιώνα

που θα με δικαιώσει: τι εσείς “νέοι αρίοι” τον αδύναμο
ΠΙΟ ΔΥΣΤΥΧΗ σε ζωή θα καίτε
νυμφίοι ανύμφευτοι
αγοραίοι θεράποντες της φύσης
μύστες εικονικοί –
μύστες του υπέρτατού Σας Σταυρού – όχι του Σιδηρού,
του εαυτού,
ψυχαναλυόμενοι
παρανοϊκοί.

Δεν θα τελειώσω επειδή τέλειωσα ερχόμενοι·
ήδη εσύ
ποιος είσαι
που ορίζει ποιος επίδοξος, ποιος παρατραγουδά;

με αντιγράφεις
κι ούτε πρωτότυπο φαντάζεσαι ποτέ,
τί είσαι, ποιος;

Εγώ
ατάραχος στέκω
ο Αδόλφος Εγώ το Ράιχ
πρωτότυπος στο πεπρωμένο που γαλούχησα
δυνατός
δίχως αισθήματα
εκεί που εσύ
κακέκτυπό μου
αδύναμος θα έλεγες: «δεν θα τελειώσω επειδή τέλειωσα καθάρματα».

Ώστε τί η παραφροσύνη ερχόμενοι;
Ποιος ο παράφρων;
Λόγο πήρα για ολοκαύτωμα,
τον Λόγο Μου ερχόμενοι
θα πάρετε κι εσείς
“νέοι αρίοι”
αγοραίοι θεράποντες της φύσης…

δεν θα τελειώσω επειδή τέλειωσα φίλοι μου·
ποιος Γκαίρινγκ;
το χρίσμα Μου σε σας…
Σε απροσδόκητο, ανθρώπινα, Γάμο εγώ πάω. Μια Εύα μαζί μου·
ανθρώπινα, τί άλλο;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Ψαράκης, Από τη συλλογή «ώσπερ πελεκάν»

`

ώσπερ πελεκάν

Όπου είμαι σ εκείνο το παλιό το χωριουδάκι
κι είμαι σ ένα σπίτι με καμάρες ή και σε κάτι κήπους
κι είναι να συμβούν πράγματα
κι είναι γνωστό και θλιβερό το τέλος αυτής της ιστορίας.
Αλλά δεν πρέπει λέει να το γνωρίζομε αυτό το τέλος
μα πρέπει να έχομε εκείνη τη παιδική χαρά.
Κι είναι αυτό το νόημα τόσο πολύ μακρινό
που μούδωσε τόση χαρά η ξεχασμένη γεύση του .
Και πιο πολύ όπου κάτω απ αυτό το νόημα
είναι θαμμένα πλήθος άλλα νοήματα και άλλοι λογισμοί
όπου τα πλάκωνε τούτος ο λογισμός.
κι είναι και ένα ποίημα που ξεκινά έτσι

Πως είναι στις ωραίες ιστορίες
όπου οι πράξεις των ανθρώπων έχουν νόημα,
έτσι φαντάζονται οι άνθρωποι αιτίες
για ότι τους συμβεί πέρα απ τα γνώριμα

διότι παρατήρησα ότι οι άνθρωποι διηγούνται σαν ιστορίες
εκείνα τα σημεία της ζωής τους που δεν κατανοούν…

δηλαδή τα διηγούνται έτσι ώστε να βγαίνει ένα νόημα.

….και σκέφτηκα τον ποιητή όπου έχει
ολάκερο το νόημα του ποιήματος στο νου του δίχως λέξεις
και σκέφτηκα πόσο πλανούνται οι άνθρωποι που νομίζουν
ότι ο ποιητής γυρεύει λέξεις για να βάλει το νόημα τούτο μέσα στις λέξεις…..

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Ποιήματα

`

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπύρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;

`

*

Γιατί γράφουμε ποίηση

Δεν είναι ότι γράφουμε ποίηση.
Είναι ότι δεν ξέρουμε να μην γράφουμε.
Όπως κάποιος φοβισμένα
ανοίγει την πόρτα του ή την καρδιά του
σ’ έναν τσακισμένο.
Όχι επειδή είναι καλός άνθρωπος.
Από ανάγκη.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Γαζέπης, «Όνειρο μεσημεριού» (Φεβρουάριος 2014)

`

Οι κλακέττες του Ροζινάντε

Στο πεζοδρόμιο απέναντι ‒ένα απʼτα μεσημέρια τα τυχαία
τα πέντε στον παρά, αυτά της παλιοκαθημερινής, τα πρόστυχα
‒ όπου τα πιο πολλά απʼτα συναρτήματα, πνίγονται μεσʼστη συννεφιά
που κάθησε στη γειτονιά βαρειά, σαν τις καρδιές που νοσταλγούνε
‒και που σαν πέρασε κάποιος στην τύχη απο κει
έδωσε μία μέσʼτα μούτρα του καιρού και τον εχάλασε
‒στριφογυρίζει μεσʼστις σάχλες του ο Σαρλώ
τσαλαπατώντας κάτι απόνερα
παίζοντας και παραζαλίζοντας περαστικούς.

Απο το βάθος του μεσημεριού, έρχεται με τριποδισμούς
και τις κλακέττες του ο Ροζινάντε
κιʼύστερα και ο ίδιος με τον Σάντσο του
μα ‒αναζητώντας το αριστερό του χέρι‒ κιʼ ο Θερβάντες.
Το γέλιο βγαίνει περιφρονημένο απʼτις πηγές του
απο τη μία, πρώτον, τη μπουτονιέρα του Σαρλώ
κιʼαπο την άλλη, δεύτερο, απο τη χαραμάδα μέσα
του φωταγωγημένου τάφου του
και του ‒απʼτα κάποια κάπου κάποτε, αργασμένα του παΐδια‒
ξεκλειδωμένου στέρνου της Ελεεινής Μορφής.
Εκεί συχνάζω κατʼαυτάς, κιʼεξαργυρώνω τη μελαγχολία μου.

Νυστάζω. Πηγαίνω μέσα, αποσύρομαι
και αφήνω αυτή τη σύνοδο
να δεί το μέλλον της μεσʼστʼόνειρό μου.

Διαβάστε περισσότερα