Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

“Δημοκρατία και Αυταπάτη” (γράφει ο Δημήτρης Μακούσης)

Ο Καζαντζάκης μας περιγράφει στην Ασκητική του το τρίτο χρέος του ανθρώπου: τούτο είναι η υπέρβαση του μεγαλύτερου πειρασμού, της ελπίδας. Μετά το βόλεμα του νου, που βάζει τάξη και πασχίζει να υποτάξει τα φαινόμενα, η καρδιά που δεν βρίσκεται ποτέ σε ησυχία, ξάγρυπνη προσπαθεί ν’ αποτινάξει από πάνω της τις αλυσίδες που την κρατούν δεμένη. Φουσκώνει τότε από ελπίδα στην προσπάθειά της να βρει την ουσία των πραγμάτων· ο άνθρωπος, έτσι, βυθίζεται στον τρόμο της, τον τρόμο που τον καθιστά αδύναμο, άκαμπτο, σχεδόν νεκρό. Στην επικράτεια της ελπίδας ο άνθρωπος παθητικοποιείται, αντικαθίσταται η πίστη του στον αγώνα απ’ την υπέρβαρη ελπίδα, η οποία αναμένει ένα αύριο που, το πιο πιθανό, δεν θα έρθει ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια βιώσαμε σε αυτή την χώρα την έξαψη της ελπίδας, την αρχική της ευφορία και το πάθος, τα οποία ως γνωστόν κατέληξαν στον τρόμο. Τον ζήσαμε αυτόν τον τρόμο και συνεχίζουμε να τον ζούμε. Είναι ο τρόμος του αναπόφευκτου, της στασιμότητας, της εμπειρίας του αναπόδραστου, της μοιρολατρικής ενατένισης του τέλους. Ενός τέλους που έρχεται και ταυτόχρονα είναι πάντα εδώ. Το σπιράλ της καταστροφής τριγυρίζει με μια μανιακή συνέπεια μέσα στο μυαλό μας και μας καθηλώνει σε μια συνθήκη υποτέλειας. Προσπαθούμε απλώς να ξεχάσουμε την πραγματικότητα, αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν θα αλλάξει. Ξεγελούμε τον εαυτό μας ασχολούμενοι με καθρεφτάκια και χρωματιστές χάντρες, για να πειστούμε ότι έχει νόημα να διανύουμε την απόσταση από την μια άκρη του εαυτού μας ως την άλλη, όμως μέχρι εκεί. Παραπέρα δεν έχουμε την όρεξη ούτε την θέληση να πάμε.

Κι εδώ έρχεται η δημοκρατία. Τούτη η φενάκη που στα στόματα των ισχυρών έχει την τιμητική της κάθε στιγμή. Γιατί φενάκη; Γιατί αποτελεί μια φούσκα, κάτι σαν την πλημμυρίδα του χρηματιστηρίου την εποχή του «εκσυγχρονισμού». Όλοι μιλάνε για αυτήν σαν να συνιστά ένα αυθύπαρκτο αξίωμα, απ’ το οποίο ουδείς μπορεί να παρεκκλίνει. Κι ειδικά οι ισχυροί, καθώς το λιβάνισμα της δημοκρατίας αποτελεί γι’ αυτούς στοίχημα εξουσίας. Η σύγχρονη δημοκρατία είναι το κατεξοχήν όχημα για την εξασφάλιση και διαιώνιση των δικών τους συμφερόντων. Αυτό κατέστη σαφές στα δυο τελευταία παραδείγματα που έχουμε από τα πρόσφατα δημοψηφίσματα, σε Ελλάδα και Σκόπια. Προβάλλουν το δημοψήφισμα ωσάν την κορωνίδα της δημοκρατικής έκφρασης, ενώ στην ουσία αποτελεί μονάχα ένα προπέτασμα καπνού: αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι αυτό που θέλουν οι ισχυροί, τότε η «δημοκρατία έχει νικήσει»· αν όχι τότε η έκφραση της λαϊκής βούλησης συνιστά απλώς μια «συμβουλευτική διαδικασία», την οποία κάλλιστα ο «άρχων της αντιπροσώπευσης» δύναται να παρακάμψει, χωρίς μάλιστα συνέπειες.

Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα και αποτελεί στάδιο μιας διαδικασίας όπως αυτή της διαδοχής των εποχών. Οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες συντελούν στην αλλαγή. Τίποτε δεν μένει στατικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί ένα πολίτευμα να παραμένει αιωνίως σε ισχύ. Όπως κάθε πολίτευμα έχει τα θετικά και τα αρνητικά του στοιχεία. Η χρησιμότητα κάθε πολιτεύματος συνίσταται περισσότερο στις συνθήκες που έχει να θεραπεύσει σε κάθε ιστορική περίοδο και όχι σε μια μεταφυσική αλήθεια που καθορίζει το τι είναι καλό και τι κακό, τι μπορεί να παραβιασθεί και τι όχι. Η σύγχρονη δε δημοκρατία αποτελεί κοιτίδα της επιβολής της βούλησης των ισχυρών. Η υπερεθνική ελίτ, σε συνεργασία με τις εθνικές ελίτ, χρησιμοποιεί αυτό τον μηχανισμό νομιμοποίησης της βούλησής της, πείθοντας τους πολίτες ότι η θέλησή τους πραγματώνεται με μια περιοδική ψηφοφορία, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η ψηφοφορία αποτελεί το σφιχταγκάλιασμα ενός λαού με το συμφέρον της. Όταν το δικό της συμφέρον συμπίπτει με τα μικροσυμφέροντα του λαού, τότε μέρος του λαού μπορεί να καρπωθεί κάποιο ξεροκόμματο. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, τότε οι «αντιπρόσωποι του λαού» αναλαμβάνουν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα, προς όφελος εκείνου που έχει την δύναμη να τους διατηρήσει σε θέση εξουσίας.

Σε συνθήκες κρίσης όμως, οι φούσκες σκάνε. Εκείνο που παρουσιαζόταν σαν μια απαράβατη βεβαιότητα, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, πέφτει στα κεφάλια των ανθρώπων και οι πιο αφελείς καταστρέφονται. Όπως συνέβη στο χρηματιστήριο, που κάποια στιγμή τα χρήματα αποσύρθηκαν, ο πολύς κόσμος «έπεσε από τα σύννεφα» και άλλοι καταστράφηκαν ή αυτοκτόνησαν. Έτσι γονάτισε κι η ελληνική οικονομία, έτσι και η δημοκρατία έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο: ότι πέρα από το να είναι ένα εργαλείο διασφάλισης των συμφερόντων των ισχυρών, δεν παράγει κανένα ιδιαίτερο πολιτικό αποτέλεσμα για την διασφάλιση των συμφερόντων του λαού. Κι αν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία το πρόταγμα ήταν η εφαρμογή του κοσμικού προτύπου στα πράγματα της πόλεως και τον καθημερινό βίο, ο οποίος ήταν κοινωνιοκεντρικός όπως μας λέγει ο Γιανναράς, στην σύγχρονη εποχή έχουμε μετακινηθεί στον ατομοκεντρικό βίο, ο οποίος συνιστά κατ’ ουσίαν την αποτύπωση μιας εταιρικής σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών. Κατά τον Γιανναρά, η αλήθεια για την ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν εμπειρική και κοινωνούμενη βεβαιότητα ενώ για την δύση είναι μια τεκμηριωμένη νοητική πεποίθηση.

Το «άθλημα της πόλεως», δηλαδή η εμπειρία της σχέσης, δεν μπορεί να πραγματωθεί στον σύγχρονο κόσμο που αποζητά την ασφάλεια της σύμβασης και, ως εκ τούτου, εκείνο που απομένει είναι η εξασφάλιση των όρων της. Ανάλογα με την δύναμη του καθενός μέσα στο κοινωνικό πεδίο, οι όροι και τα οφέλη που μπορεί να επιτύχει είναι διαφορετικά. Άρα, το όποιο δημοκρατικό πρόταγμα καθίσταται ατελέσφορο και επιζήμιο για την κοινωνική συνισταμένη, αφού η σχέση διαρρηγνύεται. Οι φυγόκεντρες τάσεις αυξάνονται ολοένα και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί σε συνθήκες μη πλασματικής κανονικότητας οξύνονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να αρχίσει να αποσυντίθεται από μέσα, οδηγώντας μοιραία σε κάποια έξωθεν επιβουλή που καταλήγει σε αλλαγή του υφιστάμενου status quo. Αυτή η αποσύνθεση συμφέρει εξόχως την ελίτ των ισχυρών, η οποία την χρησιμοποιεί κάθε φορά για να εξοντώνει πιθανές κοινωνικές αντιστάσεις, κατά την προώθηση πολιτικών που επιβάλλουν τις επιδιώξεις της.

Έρχονται οι ίδιοι που λένε στον λαό ότι «ε, τι να κάνουμε, δεν έχουμε άλλες δυνατότητες και ο αδύναμος πρέπει να πληρώσει το μάρμαρο και πάλι» ή «έχουμε την λαϊκή εντολή να προχωρήσουμε» να προσθέτουν με αγωνία τάχα ότι «χρειαζόμαστε περισσότερη δημοκρατία». Αν με αυτή την δημοκρατία που έχουμε ρημάζεται ο τόπος, τι θα προσφέρει η περισσότερη δημοκρατία; Μήπως πιο άμεσο και οδυνηρό κοινωνικό και ατομικό τέλος; Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Αν αυτό το πολίτευμα δεν βόλευε την όποια άρχουσα τάξη να κάνει τις μπίζνες που θέλει, εκείνη θα το καταργούσε. Θα αποτελούσε η δημοκρατία απαγορευμένη λέξη από τον νόμο και οι υποστηρικτές της θα μπορούσαν να συλλαμβάνονται και να διώκονται ποινικά. Αλλά όχι, αυτοί που έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι στα χέρια τους την θέλουν διακαώς. Η δημοκρατία ταυτίζεται έντεχνα με την ελπίδα που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δίχως δημοκρατία δεν υπάρχει ελπίδα για την κοινωνία, λένε. Η πεποίθηση που καλλιεργείται είναι ότι αφού έχουμε δημοκρατία, τα πράγματα θα πάνε καλά. Λαέ μπορείς να ησυχάσεις. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις άλλο ρόλο να παίξεις ούτε θεσμικές δικλείδες να εξασφαλίζουν την βούλησή σου, πέρα από εκείνη την στιγμή που ανά 4 χρόνια πετάς έναν φάκελο μέσα σε ένα κουτί.

Απέναντι στην ελπίδα που θρέφει την διχόνοια, την αποσύνθεση και την παθητικότητα, και την οποία ο Καζαντζάκης μας καλεί να ξεπεράσουμε, στέκεται ο αγώνας για τη ζωή, ο αγώνας για την επιβίωση, ο αγώνας για την αυτοπραγμάτωση. «Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει», γράφει ο Καζαντζάκης. Δεν βάζουμε άλλους να πολεμούν τάχα για εμάς. Το σημερινό πολιτισμικό μοντέλο δεν σηκώνει την εμπειρική σχέση, την μετοχή, την κοινωνία που βρίσκεται στο επίκεντρο, τον ενιαίο κοινωνικό αγώνα· είναι εστιασμένο στον ατομοκεντρικό ωφελιμισμό, το υλιστικό συμφέρον, τον καταναλωτισμό, την επίτευξη καλύτερων όρων στο συμβόλαιο με το οποίο διαπραγματευόμαστε την ύπαρξή μας καθημερινά. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, καμμιά δημοκρατία δεν είναι εφικτή, κανένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός, καμμιά συμμετοχή σε κοινή εμπειρία δεν οδηγεί μπροστά. Το αδιέξοδο είναι δομικό υλικό της πολιτικής μας πραγματικότητας. Μια κοινωνία χωρίς κοινούς στόχους, χωρίς κοινό σώμα, χωρίς κατεύθυνση και προορισμό, δίχως όραμα δεν έχει την δυνατότητα να θεμελιώσει την λειτουργία της σε ένα πολίτευμα όπως η δημοκρατία.

Η απουσία κοινωνικής ευθύνης, αφού υφίσταται απουσία συλλογικής ταύτισης, καθιστά αδύνατη την συναπόφαση για το κοινό καλό, την ανάληψη και της πολιτικής ευθύνης μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας, ώστε η συμμετοχή στα κοινά να παράγει απτά αποτελέσματα. Το ατομικό συμφέρον επικρατεί και δημιουργούνται ποικίλες αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις εντός αυτής, με διαφορετικές επιδιώξεις, οι οποίες προοδευτικά καταλύουν κάθε αίσθηση του «συνανήκειν» και οδηγούμαστε σε αυτό που ακούμε συχνά πια στις μέρες μας: «ο καθένας για τον εαυτό του». Η δημοκρατία, επομένως, για να είχε πιθανότητες να είναι αποτελεσματική θα έπρεπε να εφαρμόζεται υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) την ύπαρξη της αίσθησης του «συνανήκειν», β) την ανάληψη ευθύνης από μεριάς των πολιτών, γ) την ύπαρξη κοινού πολιτικού σώματος, κατεύθυνσης και σκοπού και δ) την ύπαρξη μιας κοινωνιοκεντρικής αντίληψης. Στο σημερινό μας πολιτισμικό μοντέλο ωστόσο, αυτά τα στοιχεία καταπολεμούνται και εν ολίγοις είναι ξένα σε σχέση με τα προτάγματα που αυτό προβάλλει.

Έτσι, η δημοκρατία ουσιαστικά αυτοκαταργείται, αφού καταργεί εν τοις πράγμασι τις προϋποθέσεις που θα την καθιστούσαν δυνητικά αποτελεσματική. Μια κοινωνία και μια πολιτειακή οργάνωση που δεν έχουν σαφή θέση στον ιστορικό χρόνο, δεν έχουν σκοπό, δεν έχουν κατεύθυνση και δεν βασίζονται στην στάση ευθύνης των μελών τους, δεν μπορούν να έχουν μέλλον και υπολογίσιμες πιθανότητες επιβίωσης. Ίσως, λόγω περιστάσεων, η πτώση τους να καθυστερεί, είναι ωστόσο αναπόφευκτη. Η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η μόνη δημοκρατία που υπάρχει σήμερα, θα οδηγηθεί αυτοβούλως στην πτώση της λόγω των δομικών της αδυναμιών. Προμηνύματα αυτής της κατάστασης βλέπουμε ήδη σήμερα και η δημοκρατία προσπαθεί με κάθε μέσο να αντισταθεί. Φυσικά, όχι η δημοκρατία με την έννοια των λαών, αλλά με την έννοια των ισχυρών που την ελέγχουν. Εξάλλου, για το ζήτημα της πολιτικής αντίληψης και την ανάληψη της ευθύνης από τους πολίτες, όπως μας λέει και ο Ηράκλειτος: «Τι νου και τι μυαλό έχουν αυτοί; Εμπιστεύονται τους αοιδούς των δήμων και για δάσκαλό τους έχουν τον όχλο, γιατί δεν ξέρουν ότι οι πολλοί είναι φαύλοι και ότι λίγοι είναι οι αγαθοί».

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Snowflakes, διαγνώσεις και άλλα δεινά» (γράφει ο Δημήτριος Κασελίμης)

Αν κοιτάξει κανείς τα σχετικά διαγνωστικά εγχειρίδια, θα βρει πλείστες κατηγορίες ψυχικών νόσων. Με παίδεψε ο προσδιορισμός, να πω την αλήθεια. Ψυχολογικές ή ψυχιατρικές; Καταλήγω στο «ψυχικές» όχι γιατί είναι το ορθότερο (καθώς η βιολογία ορίζει τη συμπεριφορά μας και τις όποιες παρεκκλίσεις από τον μέσο όρο), αλλά γιατί είναι το καταλληλότερο για την κουβέντα που θέλω να κάνω εδώ. Γιατί αρμόζει στην ημιμαθή και εύκολη ατμόσφαιρα της pop science που τείνει να αποτελέσει τον κανόνα. Όροι όπως η κατάθλιψη, η αγχώδης διαταραχή, αλλά και η άνοια, η δυσλεξία και η διαταραχή προσοχής έχουν περάσει στην καθημερινή διάλεκτο. Με την ίδια ελαφρότητα που ο εκάστοτε μη ειδικός διαφωνεί με τη δαρβινική εξέλιξη ή τους εμβολιασμούς, πλήθος «ενημερωμένων και ανήσυχων» νεόκοπων ερευνητών συζητά –ως επί το πλείστον διαδικτυακά– για διαγνώσεις σχετικές με κλάδους της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, της νευρολογίας, της παιδαγωγικής και της ειδικής αγωγής. Αλλά οι εν λόγω διαγνώστες αγνοούν ότι η δημοκρατία δεν έχει θέση στην επιστήμη. Όταν μπαίνεις στα χωράφια της, δεν είναι όλες οι απόψεις ίσες. Η γνώμη ζυγίζεται με το βάρος του επιχειρήματος. Και τα αιτήματα για άνευ όρων ελευθερία του λόγου απορρίπτονται εν τη γενέσει τους.

Ως προς τη διάδοση της επιστήμης στο ευρύ κοινό, διακρίνονται δύο περιπτώσεις. Ειδικοί που είτε λησμονούν το ασκητικό τους καθήκον να υπηρετούν την αλήθεια και αποζητούν τα 15 λεπτά δημοσιότητας είτε έχουν αγνό κίνητρο να μοιραστούν τη γνώση. Και στα δύο σενάρια, το αποτέλεσμα συχνά είναι να συζητούνται σοβαρά θέματα με επιδερμικό τρόπο και, μοιραία, η κουβέντα να καταλήγει σε γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις. Αν και οι διαφορετικές αφετηρίες είναι ξεκάθαρες εδώ, η κατάληξη στο ίδιο προϊόν ισοπεδώνει τη σημασία της όποιας αρχικής καλής διάθεσης.

Όταν ήμουν φοιτητής ψυχολογίας, πολλοί συμφοιτητές μου ξεκινούσαν τη συζήτηση με την ερώτηση περί προτιμητέας κατεύθυνσης. Είσαι της ψυχαναλυτικής ή της συμπεριφορικής; Ακόμα δεν καταλαβαίνω την ερώτηση. Το κακό ξεκινά εδώ, λοιπόν, εντός του πανεπιστημίου, σκέφτηκα. Γιατί μαθαίνουμε να ψάχνουμε κουτί να χώσουμε την όποια συμπεριφορά. Και έτσι στρατιές διαπιστευμένων ειδικών ξεχύνονται στον κόσμο να μοιράσουν διαγνώσεις. Είναι μια διεστραμμένη top-down διεργασία κατά την οποία πρώτα κατηγοριοποιείς τον άνθρωπο/πελάτη/ασθενή και προσπαθείς να κουμπώσεις εκ των υστέρων ό,τι παρατηρείς στην πορεία. Οι μνήμες από τα προπτυχιακά μαθήματα ψυχομετρίας και μεθοδολογίας έχουν ατονήσει και ο όρος confirmation bias είναι πλέον άγνωστος.

Οφείλω εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν προσπαθώ να εκφράσω αντίθεση προς τη διάδοση της επιστήμης στο ευρύ κοινό ή τη χρήση διαγνωστικών εργαλείων. Με βαριά καρδιά διατυπώνω την εν λόγω διευκρίνιση. Όταν μιλάς, επιβάλλεται να προσέχεις, αλλά με τον ίδιο τρόπο που προσέχεις όταν οδηγείς: Δεν ανησυχείς για το αν τηρείς εσύ τους κανόνες. Φοβάσαι τον ασυνείδητα αυτοκτονικό που περνά με κόκκινο.

Η προσπάθειά μου έγκειται στο να επισημάνω κάποιες από τις παρενέργειες που έχουν τα παραπάνω στον καθημερινό δημόσιο διάλογο, την κλινική πράξη, αλλά και τις επιπτώσεις των προαναφερθέντων στον τρόπο σκέψης του αναγνώστη/συνομιλητή/θεατή. Πρόχειρη εκλαΐκευση, υπεραπλούστευση, ψευδαίσθηση του ότι ο οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα αλλά και την ικανότητα του να εκφέρει γνώμη πάνω σε ειδικά θέματα, προσήλωση στο διαγνωστικό pipeline χωρίς κλινική οξυδέρκεια που καθιστά τη διάγνωση ως αυτοσκοπό, οπότε και τελικό βήμα διερεύνησης. Όλα αυτά, σε συνάρτηση με το σύγχρονο πλαίσιο πολιτικής ορθότητας, συνεπάγονται πισωγύρισμα. Το πείραμα της αλληλεπίδρασης επιστήμης και κοινωνίας, με παντιέρα την ευρεία πληροφόρηση, απέτυχε παταγωδώς. Ελλείψει διαλεκτικής παιδείας, αλλά και old-school κλινικών, ο ψυχολόγος κυκλοφορεί με ταμπέλες διπλής όψης στις τσέπες του. Στη μια πλευρά, η διάγνωση με κύρια επικύρωση την αυθεντία. Στην άλλη πλευρά, προσαρτημένος ένας ανιχνευτής προσβολής της προσωπικότητας, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Και οι δύο πλευρές αποτελούν εξαιρετικά δείγματα διανοητικής τεμπελιάς. Ο συνδυασμός τους, δε, είναι μάλλον αντιπαραγωγικός και εν δυνάμει αποβλακωτικός. Διότι αν αναγνωρίσεις τη διάγνωση ως ιερό δισκοπότηρο και ταυτόχρονα ζυγίζεις τις λέξεις σου με το μέτρο της πολιτικής ορθότητας, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αμολήσεις στις όποιες δομές «επαγγελματίες κλινικούς» που μοιράζουν χαρτιά βάσει πεπερασμένου μπούσουλα.

Το χαρτί είναι λύτρωση, καθώς δημιουργεί την ψευδαίσθηση της κατανόησης της κατάστασης. Ανάθεμα κι αν ξέρουν οι μισοί από τους έχοντες άποψη και διαδικτυακό δημόσιο βήμα, τι σημαίνει δυσλεξία, άνοια ή νοητική υστέρηση. Αλλά δεν σκοτίζεται κανείς. Υπάρχει το κουτάκι. Και όποιος μπει στο κουτάκι, περιθωριοποιείται στο όνομα της πολιτικής ορθότητας. Διότι είναι περιθωριοποίηση όταν σε θεωρούν άμοιρο ευθυνών. Είναι περιθωριοποίηση όταν δεν σε αφήνουν να προσπαθήσεις για τίποτα. Όταν σε κοιτούν ξεδιάντροπα με οίκτο ανθρωπιστικής χροιάς. Όταν προδικάζουν ότι θα αποτύχεις. Όταν αυτομάτως θέτουν εαυτόν σε υψηλότερο σκαλί. Και είναι χυδαίο το να πετροβολά κανείς τον οποιονδήποτε αμφισβητήσει τούτη την υποκρισία. Ο τυφλός δεν είναι καλός άνθρωπος επειδή είναι τυφλός. Ο τυφλός μπορεί να είναι καλός άνθρωπος αν είναι καλός άνθρωπος. Επίσης ο τυφλός δεν θα βρει το φως του αν τον αποκαλέσεις άτομο με προβλήματα όρασης. Στέρφα ευαισθησία που δυστυχώς περνά σταδιακά και στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Αλλά υπάρχει και κάτι που είναι ίσως πιο χυδαίο. Μέσα σε αυτό το παραλήρημα βρίσκει ευκαιρία ο κουτοπόνηρος τεμπέλης να καταλάβει χώρο και να διεκδικήσει απολαβές με μόνο επιχείρημα την ύπαρξή του. Να απαιτεί τον έπαινο για κάθε δευτερόλεπτο που σπατάλησε σε μια δραστηριότητα, είτε αυτή σχετίζεται με σπουδές είτε με εργασία. Η απόλυτη εκπόρνευση της έννοιας της ενσυναίσθησης. Οι ατομικές διαφορές είναι σεβαστές. Κάτι που για τον έναν είναι εύκολο, για τον άλλον είναι δύσκολο. Αλλά κάθε φορά που βλέπω κάποιον να γκρινιάζει για 10 σελίδες ύλη παραπάνω, σκέφτομαι τον τυφλό συμφοιτητή που διάβαζε συγγράματα σε Μπράιγ. Τον 35χρονο που το εγκεφαλικό τον άφησε ημιπληγικό, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, και φροντίζει τον κήπο του όταν δεν δοκιμάζει καινούργιες συνταγές ή δεν πηγαίνει στο θέατρο. Και εκείνον με τη διαταραχή προσοχής που δεν μπορούσε να αποστηθίσει κατεβατά και έδινε πανελλήνιες μέχρι που μπήκε στη σχολή του. Τον ανοϊκό γέροντα που το πάλεψε μέχρι που έγινε ένας άλλος και δεν μπορούσε πια. Για αυτούς δεν υπάρχουν περίτεχνες διαγνώσεις. Είναι απλά ανάπηροι, χαζοί ή τρελοί. Αλλά εσύ καλέ μου πιτσιρίκο, είσαι άλλο. Εσένα σου ανήκει ο κόσμος. Εσύ το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να διατυπώσεις την πεποίθηση του δικαιώματος. Γιατί έχεις προβλήματα. Το μέλλον δεν είναι αυτό που σου υποσχέθηκαν. Και θα το διεκδικήσεις μέχρι τέλους. Αλλά όχι με πράξεις. Με λόγια. Με διαγνώσεις, σοφιστείες και διαρκή αγανάκτηση.

Ο Δημήτριος Σ. Κασελίμης είναι ερευνητής νευροψυχολόγος

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

13.000.000 Ετών Ελληνική Ανοησία (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Προσφάτως δημιουργήθηκε αναστάτωση στα μέσα και στα καφενεία εξαιτίας των όσων καθηγήτρια δίδασκε στη Σχολή του Αδώνιδος Γεωργιάδου περί καταγωγής του Ανθρώπου και του Έλληνος. Κατά τον Αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, η συνεργάτιδά του δίδασκε θεωρίες του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού.

Την αναστάτωση ακολούθησε άρθρο του κ. Γεωργιάδη, από το οποίο σταχυολογώ προς σχολιασμό τις ακόλουθες απόψεις:

«Άλλο όμως το εάν δέχομαι την ορθότητα ή μή αυτής της θεωρίας (δεν έχω και τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις για να την κρίνω άλλωστε) και άλλο αν είναι Ναζιστική κ.λπ., όπως ανοήτως ο ΣΥΡΙΖΑ είπε.»

Δε θα ασχοληθώ με το αν η πρώην (πλέον) συνεργάτιδα του κ. Αντιπροέδρου είναι ναζίστρια ή όχι. Θα ασχοληθώ, όμως, με το κατά πόσο κάποιος δέχεται επιστημονικές θεωρίες στη βάση των γνώσεων που ο ίδιος έχει. Πρόκειται περί αστειότητος. Στο γιατρό δεν πηγαίνει κανείς για να διαπραγματευτεί τη θεραπεία του ή τη διάγνωση που θα προκύψει, ούτε, φυσικά, πηγαίνει έχοντας προηγουμένως σπουδάσει ιατρική. Έτσι είναι τα πράγματα στην επιστήμη: αποδέχεται κανείς υποχρεωτικά τις τοποθετήσεις των επαϊόντων. Τι γίνεται όταν, όμως, οι τοποθετήσεις των επαϊόντων δεν ταυτίζονται;

Αναλόγως. Αν ένας παθολογοανατόμος ισχυριστεί ότι έχει στο μικροσκόπιό του ένα τυπικό κι ένας άλλος ένα άτυπο καρκινοειδές, ίσως πρέπει να ερωτηθεί και τρίτος. Αν, όμως, ένας αστρονόμος ισχυριστεί ότι η γη είναι επίπεδη κι ένας άλλος ότι η γη έχει ελλειπτικό σχήμα, τότε δε χρειάζεται να ερωτηθεί τρίτος. Το επιστημονικό consensus στην περίπτωση αυτή είναι συντριπτικό, τα δε στοιχεία που το στηρίζουν τόσα πολλά, ώστε μόνο ως γραφική μπορεί να αξιολογηθεί η άποψη περί επίπεδης γης.

Θα περίμενε κανείς ο κ. Γεωργιάδης να μη νιώθει, λοιπόν, την ανάγκη να εκφράσει επιστημονική αδυναμία κρίσης των απόψεων Πουλιανού, όπως θα περίμενε κανείς από τον κ. Γεωργιάδη να μη νιώθει την ανάγκη έκφρασης επιστημονικής αδυναμίας κρίσης της θεωρίας περί επίπεδης γης.

Όλες οι απόψεις πρέπει να ακούγονται και όποιος μπορεί τις αντικρούει και φυσικά και ο κ. Πουλιανός και η Ανθρωπολογική Εταιρία μπορούν να ισχυρίζονται ό,τι νομίζουν για τον Αρχάνθρωπο των Πετραλώνων, τα Τρίγλια, τα Σπήλαια κλπ.

Ο κύριος Αντιπρόεδρος μάλλον προβάλλει την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης στο κανονιστικό πλαίσιο διατύπωσης και ελέγχου επιστημονικών θεωριών. Ευτυχώς, όμως, για την επιστήμη, η προβολή αυτή είναι άκυρη. Στην επιστήμη δεν μπορεί να λέει κανείς ό,τι του καπνίσει. Οφείλει να τεκμηριώσει, να πειραματιστεί, να πείσει. Σε θέματα, δε, επί των οποίων το consensus είναι συντριπτικό, οφείλει, φυσικά, μια σχολή να το διδάξει, δίχως καθόλου να είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει άλλες προσεγγίσεις (Πουλιανός, αστρολογία, θεωρία επίπεδης γης, Young Earth Creationism κ.ο.κ.).

Ένα τελευταίο: στην επιστήμη όλα είναι θεωρίες (επίπεδη γη, εξέλιξη των ειδών, θεωρία υπερχορδών, δημιουργισμός). Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει πραγματική διαμάχη, διχογνωμία, σύγκρουση. Σε κάποιες άλλες, η συντριπτική πλειοψηφία συμφωνεί στο χώρο και στο χρόνο και τα στοιχεία ολοβαθαίνουν σε ποιότητα και πλήθος, με αποτέλεσμα οι ισχνές μειοψηφίες να υφίστανται bullying. Κρεμάμε, δηλαδή, κώδωνες κανονικά και με το νόμο.

Έτσι είναι, όμως. Στην επιστήμη δεν μπορεί κανείς έτσι, δίχως στοιχεία, να λέει ό,τι του καπνίσει. Κι αυτοί που διδάσκουν τα καπνιστά στα σοβαρά κινδυνεύουν σοβαρά απ’ τους σαχλοκώδωνες που κρούουν.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«12 χρόνια ΠΟΙΕΙΝ» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Ήταν Οκτώβριος του 2006, όταν ξεκινήσαμε να στήνουμε με τον Σωτήρη Παστάκα, έπειτα από πρότασή του, το περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ ως προέκταση του ομώνυμου blog που o ίδιος είχε δημιουργήσει πριν από πέντε χρόνια. Πέρασαν 12 χρόνια προσπαθώντας σαν τους «Τυφλούς Ινδιάνους» του Joaquín Pasos «να ανοίξουμε έναν δρόμο στον (διαδικτυακό) αέρα για να κοιταχτούμε». Άλλοτε με όραση αετού, άλλοτε μονόφθαλμο άλλοτε τυφλό ή εθελοτυφλώντας- όπως κάθε ζωντανός οργανισμός- πέρασαν 12 πλουμιστά χρόνια χάρη στους συνεργάτες (μόνιμους και περιστασιακούς) και αναγνώστες που το στήριξαν και το ενίσχυσαν με κάθε τρόπο. 


Οκτώβριος του 2018, το ΠΟΙΕΙΝ μπαίνει σε μια νέα φάση του, με τον Δημήτριο Μουζάκη στη συλλειτουργία του ως διάδοχος του Σωτήρη Παστάκα (καθ’ επιθυμίαν του) και με νέο ανανεωμένο site από τα ιαματικά χέρια του  Γιώργου Εγγλέζου και της εξαιρετικής interTen του (https://www.interten.gr/)

Το μέλλον του ΠΟΙΕΙΝ δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που γράφει κάπου αλλού ο Pasos: «Για να φτιάξω μια μέρα τόσο γεμάτη με ρίζες/ ήταν αρκετό ένα δέντρο». Στην προκειμένη περίπτωση είναι αρκετό ένα ποίημα.Για αυτό το «ποίημα» συνεχίζουμε.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Εμείς, η Ομόνοια και οι Άλλοι» (γράφει ο Νίκος Ράπτης)

 

Αν υπάρχει ακόμα αυτό που οι μαρξιστές ονομάζουν προλεταριάτο, τότε στον 21ο αιώνα αυτό θα είναι το λεγόμενο επιστημονικό προλεταριάτο. Νέοι άνθρωποι, τυπικά και ουσιαστικά μορφωμένοι, με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, που δεν βρίσκουν εργασία ή δουλεύουν για λίγα χρήματα σε άσχετες δουλειές ή κακοπληρώνονται για την εργασία τους. Στην εποχή μας, το πνεύμα (όπως και η τέχνη), η μόρφωση και η επιστήμη (είτε ανθρωπιστική είτε θετική) δεν «πουλάνε», κι αν πουλάνε (όπως κάποιες θετικές επιστήμες που έχουν εφαρμογές στην τεχνολογία) είναι περισσότερο για το κέρδος κάποιων άλλων, οπότε μπορεί να διαμορφωθεί μια ταξική συνείδηση σε όλους αυτούς τους ανθρώπους.

Αν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα υπήρχε ακόμα μια βιομηχανική εργατική τάξη, στο δεύτερο μισό, μέσω της γενικευμένης δημοκρατικής εκπαίδευσης και της ευμάρειας αυτή η τάξη κατά κάποιο τρόπο ενσωματώθηκε στις παρυφές της αστικής τάξης, αν δεν αστικοποιήθηκε πλήρως. Πάντως, έχασε τον όποιο δυναμικό και εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα που διατηρούσε μέχρι και τη δεκαετία του 1930. Αυτό που θεωρήθηκε από κάποιους ως το νέο επαναστατικό κοινωνικό υποκείμενο ήταν το λεγόμενο «περιθώριο». Σεξουαλικά παρεκκλίνοντες, χρήστες ουσιών, εθνοτικές ή άλλες μειονοτικές ομάδες, φεμινίστριες κ.λπ. Όλες αυτές οι κοινωνικές ομάδες, όμως, είτε ενσωματώθηκαν (τουλάχιστον φαντασιακά) με κάποιο τρόπο στην αστική τάξη είτε δεν είχαν και δεν έχουν τη δύναμη και τα εφόδια ώστε να δράσουν προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για παράδειγμα οι αναρχικοί (εκ των οποίων πολλοί θα μπορούσαν να ενταχθούν στο «περιθώριο») αρκούνται σε «ανταρτοπολέμους» μέσα στις πόλεις εναντίον των αστυνομικών και του κράτους, διατηρώντας υποτίθεται και τον αντικαπιταλισμό τους, αλλά δεν έχουν να προτείνουν τίποτα. Η καθολική τους άρνηση για οποιαδήποτε μορφή εξουσίας (κεφάλαιο/κράτος κ.λπ) μάλλον τους οδηγεί προς τον πρωτογονισμό και τον χουλιγκανισμό.

Από την άλλη, τα απομεινάρια μιας πραγματικής εργατικής τάξης στις πόλεις φαίνεται πως γοητεύονται όλο και περισσότερο από τον εθνικισμό και τον νεοφασισμό με αποτέλεσμα να οδηγούνται προς ακροδεξιές «λύσεις». Χάνουν (αν είχαν ποτέ) την ταξική τους συνείδηση. «Δραπετεύουν» νοητικά από το κοινωνικό και οικονομικό πεδίο σύγκρουσης και αναζητούν ένα ευρύτερο συνανήκειν στο έθνος. Αυτό το γεγονός όμως είναι, με μαρξιστικούς όρους, ο ορισμός της δημιουργίας μιας ψευδούς συνείδησης. Λες και είναι θέσφατο ότι η γλώσσα π.χ. (το σημαντικότερο «εθνολογικό» στοιχείο κατά τη γνώμη μου) είναι σημαντικότερη από τους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης.

Για τους παραπάνω λόγους, νομίζω ότι Σουμπέτερ είχε κάπου δίκιο όταν έλεγε ότι οι σκεπτόμενοι και οι «διανοούμενοι», οι κοσμοπολίτες της γνώσης (ίσως και της τέχνης), είναι αυτοί που θα αντιταχθούν στο κυρίαρχο σύστημα εξουσίας και παραγωγής, υπερασπιζόμενοι την ισότητα, την ελευθερία και την ανθρωπιά, και όχι η αφομοιωμένη ή αδιόρατη πια εργατική τάξη ή το αδύναμο και αναισθητοποιημένο «περιθώριο»…

 

Υ.Γ. Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συζήτηση των τελευταίων ημερών για τα φαινόμενα κοινωνικής βίας και το τραγικό περιστατικό με τον ομοφυλόφιλο ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλο. Αδύναμος και αναισθητοποιημένος από τον θάνατο ο Ζακ Κωστόπουλος περιμένει τη δικαίωσή του όχι μέσω της αυτοδικίας, την οποία βάναυσα υπέστη, αλλά μέσω της δημιουργίας μιας κοινωνίας ισότητας, ελευθερίας και ανθρωπιάς, όπου «οι άλλοι» θα είμαστε εμείς (η τελευταία ποιητική συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη είχε τον τίτλο «Ημών των άλλων»)…

Διαβάστε περισσότερα