Μάρκος Τσέτσος, «Ο Haydn με τα μάτια του Kant», 2011
9Μαΐ
`
Στο: Purcell, Händel, Haydn, Mendelssohn: Τέσσερις επέτειοι [2009] (Purcell, Händel, Haydn, Mendelssohn: Four Anniversaries) Edited by:I. Foulias, G. Sakalieros. 21-28 University Studio Press, Thessaloniki.
`
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
`
Σε κάποιο σημείο από την Κριτική της Κριτικής Δύναμης, ο Kant προβαίνει σε μία παρατήρηση με σημασία για την τέχνη της εποχής του, της εποχής του Διαφωτισμού, και, κατ’ επέκταση, για τη μουσική του Haydn, που κατά κοινή ομολογία αντιπροσωπεύει αυτή την εποχή αυθεντικά: «Σε ένα πράγμα, που είναι δυνατό μόνο μέσω μιας πρόθεσης, σε ένα κτήριο, ακόμα και σε ένα ζώο, η κανονικότητα, που συνίσταται στη συμμετρία, πρέπει να εκφράζει την ενότητα της εποπτείας, η οποία συνοδεύει την έννοια του σκοπού και ανήκει στη γνώση. Όπου όμως πρέπει να συντηρηθεί ένα ελεύθερο παιχνίδι των παραστατικών δυνάμεων (υπό τον όρο όμως ότι δεν παρακωλύει τη διάνοια) […], η κανονικότητα, που εκδηλώνεται ως βία, πρέπει όσο το δυνατό να αποφεύγεται· […]. Κάθε τι άκαμπτα κανονικό (που προσεγγίζει τη μαθηματική κανονικότητα) έχει την ακαλαισθησία ότι δεν διασκεδάζει για πολύ με την παρατήρησή του, αλλά, εφόσον δεν έχει ως ρητή πρόθεση τη γνώση ή ορισμένο πρακτικό σκοπό, προκαλεί ανία. Αντίθετα, αυτό με το οποίο η φαντασία μπορεί να παίξει ανεπιτήδευτα και σκόπιμα είναι κάθε φορά νέο και ουδείς το βαριέται».
Η παρατήρηση αυτή του Kant εκπλήσσει για πολλούς λόγους. Πρώτον, αντιβαίνει στο γράμμα και το πνεύμα της αισθητικής του θεωρίας, η οποία δεν στοχεύει στη διατύπωση κανόνων για την τέχνη, αλλά αναζητά τις προϋποθέσεις που εγγυώνται καθαρές αισθητικές κρίσεις· και στις προϋποθέσεις αυτές δεν συγκαταλέγονται ούτε η πάσης φύσεως χρησιμότητα των έργων τέχνης, ούτε η υπαγωγή τους σε έννοιες, έστω και αν πρόκειται για έννοιες αισθητικές, όπως αυτές της συμμετρίας ή της ασυμμετρίας. Δεύτερον, η παραπάνω παρατήρηση διαφοροποιείται αισθητά από την καθιερωμένη αντίληψη για την κλασικιστική τέχνη της εποχής, που υποτίθεται ότι προκρίνει τη συμμετρία ως έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες ομορφιάς. Για να κατανοήσει κανείς την εκ μέρους του Kant πρόταξη της μη κανονικότητας ως αισθητικού κριτηρίου πρέπει αφενός να ανατρέξει στο σύνολο της αισθητικής του θεωρίας, αφετέρου να εντάξει αυτή την τελευταία στην ευρύτερη διαμάχη για ζητήματα τέχνης που έλαβε χώρα κατά την εποχή του Διαφωτισμού. Κύριος σκοπός της αναλυτικής του ωραίου στην τρίτη καντιανή κριτική πραγματεία είναι η διαφοροποίηση των αισθητικών κρίσεων από τις γνωστικές. Στις τελευταίες, η
φαντασία συνενώνει το ετερογενές των δεδομένων της αισθητηριακής αντίληψης σε μία ενιαία εποπτεία, την οποία υπαγάγει κατόπιν στην έννοια ενός αντικειμένου. Κάθε έννοια αντικειμένου, τώρα, εμπεριέχει έναν κανόνα οργάνωσης των μερών του· για παράδειγμα, η έννοια ενός ανθρώπινου σώματος προϋποθέτει τη σύνθεση των
επιμέρους μελών του με ένα συγκεκριμένο τρόπο, σύμφωνα δηλαδή με έναν κανόνα. Αν η οργάνωση του αντικειμένου της εποπτείας συμφωνεί με τον κανόνα που προδιαγράφει η έννοια, τότε το αντικείμενο υπάγεται στην έννοια και κρίνεται σκόπιμο ως προς αυτή την έννοια.









