Massimiliano Damaggio, «Πέντε Ελληνίδες ποιήτριες» (μτφρ: Ευαγγελία Πολύμου)
29Ιου
Χρύσα Αλεξίου, Σοφία Γιοβάνογλου, Έφη Καλογεροπούλου, Γλυκερία Μπασδέκη, Βάσω Χριστοδούλου
Βιώνουμε πλέον μια προχωρημένη διαδικασία αποσύνθεσης της κοινωνίας σε άτομα, που επηρεάζει βαθιά τη δημιουργική σφαίρα, και ιδιαίτερα την ποίηση. Η μιντιακή-ψηφιακή κατάργηση των ορίων μεταξύ χώρου και χρόνου, η εισροή αυτών στην καθημερινή ζωή, που καθιστούν το χρόνο μας έναν τόπο όπου συγκλίνουν όλοι οι χρόνοι και όλοι οι τόποι, έχει δημιουργήσει άτομα ασταθή, ημιτελή τα οποία διατηρούν μιαν αμυδρή μνήμη της δικής τους κοινωνικής λειτουργίας και του «δικού» τους περιορισμένου χρόνου. Αυτό ως επί το πλείστον συμβαίνει στις περισσότερο εκβιομηχανισμένες χώρες, που τώρα μπορούν να προσδιοριστούν ως «απουσίες τόπων» τεραστίων διαστάσεων. Σε αυτή την «εγκατάλειψη», όποιος γράφει ποίηση καλείται να επανερμηνεύσει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί εύκολα να υπάρξει. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια ποίηση «απούσα», σαν να αιωρείται σε μια αιθέρια υπέρ – πραγματικότητα, τόσο «ρευστή», όσο ο επίκαιρος «νεοτερισμός» του Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Για να βρούμε κάτι το διαφορετικό, πρέπει να βγούμε από την Ευρώπη ή καλύτερα από τους «παγκοσμιοποιημένους» τόπους και να πάμε να σκάψουμε εκεί όπου η γλώσσα εξακολουθεί να είναι ανταλλαγή θεμάτων, εμπειριών, περιβαλλόντων κι αίσθησης κοινών.
Η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον σε αυτούς τους τόπους. Απόδειξη οι συγγραφείς που μεταφράζονται και παρουσιάζονται εδώ, συγγραφείς οι οποίες μοιράζονται μια κοινή διαφορετικότητα. Όποιος αναζητούσε σε αυτές τις φωνές κάτι τις «ελληνικό» ή μια θεώρηση της δραματικής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας σήμερα, θα έμεινε απογοητευμένος. Αν μη τι άλλο, τη διαφορά μεταξύ του «εμείς» και «αυτοί» μπορούμε να την αντιπαραβάλλουμε σε γλωσσικό επίπεδο, στο πώς η καθεμιά από αυτές τις ποιήτριες έρχεται αντιμέτωπη με μια ευέλικτη γλώσσα, μουσική και πλούσια, που είναι βαθιά συνδεδεμένη με μια ιστορική συνέχεια που διαρκεί περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια. Όλα τούτα δεν μπορούν να μεταφραστούν στα ιταλικά. Δεν είναι δυνατόν ένας Ιταλός αναγνώστης να νιώσει αυτή τη διαφορά σε σχέση με την ποίηση μας, πιο φτωχή και περιορισμένη, όχι βέβαια υπό έννοια δημιουργική, αλλά γραμματική και χρονική. Όποιος γράφει στα ελληνικά νιώθει στην ίδια τη λέξη μιαν ακολουθία όχι μόνο γλωσσική, αλλά εσωτερική: υπάρχει, σε μια κοινωνία που πηγαίνει πέρα από τον τόπο και το χρόνο. Ιδιαιτερότητα που ορισμένοι αποκαλούν «ελληνικότητα». Μέσα στη σύγχρονη αποσύνθεση, ένας Έλληνας καταφέρνει να διατηρήσει μια ταυτότητα διότι ανήκει στην ίδια γλώσσα. Υπό την έννοια αυτή, το να διαβάζουμε σήμερα Πλάτωνα ή Ρίτσο σημαίνει ότι διαβάζουμε δύο σύγχρονους συγγραφείς.
Διαβάστε περισσότερα













