Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα (επιλογή -επιμέλεια: Τζώρτζης Πάνος)

`

[Θά ʼρθει μια μέρα…]

Θά ʽρθει μια μέρα που δε θα ʽχουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να σʼ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σʼ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απʼ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη·
είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά ʼρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.
……………………………………………………
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκεν ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ʼπρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιάννης Υφαντής, Εφτά ποιήματα (επιλογή: Τζώρτζης Πάνος)

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΙΗΣΟΥ

Για σένα Ιησού θα γράψω ένα βιβλίο πικρό επάνω σε λιασμένα μαλακά

καπνόφυλλα

καθώς ο γέρος μου θα πίνει στην υγεία της φωτιάς κʼ οι δυο γυναίκες μας

μέσα στην κόκκινη κουβέρτα θα κοιμούνται σα μια ντάμα που ʽριξε ο ύπνος

πάνω στο πάτωμα. Για σένα Ιησού

θα γράψω ένα βιβλίο πικρό και θα το δώσω

να το αποστηθίσει η φωτιά να το χορεύει μπρος στη γάτα μας τη σφίγγα.

`

*

ΚΑΠΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

Κʼ η τσέργα κρεμασμένη σάμπως ζώου αστρικού η δορά∙

ή κάπα ενός αγγέλου που τη μέρα γίνεται φωτιές στα σιδεράδικα

του Αγρινίου και τη νύχτα στα λαγκάδια του Αρκτούρου

μʼ ένα ηλεκτρικό ραβδί ποιμαίνει

τα πνεύματα του βουνού.

Διαβάστε περισσότερα

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977), Ποιήματα (ανθολόγηση-επίμετρο: Άρης Φίλιππας) -Β΄Μέρος-


`
Το Α\' Μερος και το Επίμετρο ΕΔΩ


ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Μπορείς εσύ – εσένα λέω!
Εσένα, εσένα
που καθαρίζεις τα δόντια σου
με το στιλέτο. Εσένα
που σκουπίζεις τα πόδια σου
με το κρέπι που ‘σκισες
απ’ τα φέρετρα των νεκρών μας!

Εσένα λέω με τους χαυλιόδοντες
που ρουφάς γι’ «απεριτίφ» τον ύπνο των αθώων
και καταβροχθίζεις για καρύκευμα
τα όνειρά μας.

Εσένα! Νεκρέμπορε! Νεκροληστή!
που παίρνεις το ουίσκι σου
απ’ τις φλέβες των νηστικών. Εσένα
που σου ‘γινε η γαλήνη μας μαρτύριο
κι η ευτυχία μας Εφιάλτης.

Εσένα!
Που ξυπνάς κάθε πρωί
απ’ τον ύπνο του δικαίου
έτοιμος για τη γιορτινή σου παρέλαση,
μη βιάζεσαι να χαρείς
δεν παρελαύνει το πτώμα της Άνοιξης
ούτε η Ειρήνη στο φέρετρό της.
Παρελαύνει
ο πιο θανάσιμος εχθρός σου –
ο υπ’ αριθμόν 1
ο Έρωτας.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977), Ποιήματα (ανθολόγηση-επίμετρο: Άρης Φίλιππας) -Α΄Μέρος-

`

ΒΙΓΛΑΤΟΡΑΣ
Βαρέθηκα να γιεύομαι του λιοπυριού τα πάθια,
τις λαύρες του χινόπωρου, του χειμωνιού τ’ αγιάζι.
Γιόμισ’ αρμύρα ο κόρφος μου και κουρνιαχτό η θωριά μου.
Βάρυν’ η κάπα μ’ απλυσά και τα σκουτιά μου λάσπη.
Θέλω κλινάρι σπιτικό, μιντέρι πουπουλένιο.
Θέλω ψωμί απ’ τη μάνα μου, νερό απ’ την αδερφή μου,
καμώματα απ’ τις λυγερές κι ορμήνια απ’ τους γερόντους.
Θέλω να φάω σε σοφρά, να κάτσω σε κατώφλι,
να πιω ρακί στον καφενέ, να βγω στ’ αλώνι τσάρκα.
Να πάρω τους παλιόφιλους να πάω κατά τη «δέση»,
κατά τη νεροσύναξη που βράζει το φουστάνι.
Να πω κουβέντα δίγνωμη, πειραχτικό στιχάρι.
Να μπει η γριά μου σε μπελά κι ο κύρης μου στα λόγια.
Σε φούρια οι φαρμακόγλωσσες κι οι προξενήτρες σε άψη.
Να μπει ο παπάς στο Ιερό κι ο Διάκος στ’ άγιο βήμα,
να μπει κι η κληματόβεργα να δέσει δυο κορμάκια.
Αχ! Χίλια «θέλω» θέλω εγώ, κι ένα «μπορώ» δεν έχω.
Τι έχω δουλειά στα διάσελα, δουλειά στ’ απανωκόρφια.
Φυλάω τ’ απάτητα βουνά μη μας τα διαγουμίσουν.
Φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι
και την ανάβρα του νερού, μην τη μολέψει ο σκύλος.
Τηράω ζερβά, τηράω δεξά, τηράω τα μπρος – τα πίσω
μην κάνουν τον ανήφορο του κάμπου οι πουλημένοι.
Έχω δουλειά, κάμπε μ’ πικρέ, έχω χουσμέτι ακόμη.
Θερίζω και βολοκοπώ την ξενική τη φύτρα
και βοτανάω τον τόπο μου απ’ τα πικρά τα αγκάθια.
Πρέπει να μάσω φρύγανα να κάψω την πανούκλα,
ν’ ανοίξω στράτα γιορτινή να ροβολήσει ο αντάρτης,
να στρώσω και χρυσό θρονί να κάτσει η Λευτεριά μας!

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Άντεια Φραντζή, Ανθολόγιο Ποιημάτων

«Άμε χάσου ξερή φιλολογία»
Λ. Μαβίλης

Ξέμαθα να γράφω στίχους
Μόνο μηνύματα στους τοίχους
Κι αυτά χλευάζουν τον καιρό
Ρίχνω λοιπόν τους νέους ήχους
Μες στο παμπάλαιο νερό.

Τελετή στο κύμα, Αθήνα, Νεφέλη, 2002, σ.14.
*
Η ΜΙΚΡΗ ΑΡΑΧΝΗ

Τώρα μπορώ να κόψω τη λέξη
Νʼ αρθρώσω το νερό νεράκι
Νʼ αφεθώ στο ξύπνημα
Απʼ το θόρυβο της μικρής αράχνης.

Τώρα μπορώ να κόψω το νερό
Νʼ αρθρώσω το θόρυβο
Νʼ αφεθώ μικρή αράχνη
Μέσα στο ξύπνημα της λέξης.

Νʼ αρθρώσω το θόρυβο
Να κόψω τη λέξη:
Μικρή αράχνη νεράκι.

Νʼ αφεθώ στο ξύπνημα·
Λέξη από το θόρυβο
Νερό απʼ το νεράκι.

(Ωστόσο οι μέρες φεύγουν
Τα δάκρυα τρέχουν
Και το νερό νεράκι.)

Τελετή στο κύμα, Αθήνα, Νεφέλη, 2002, σ.32.

Διαβάστε περισσότερα