Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μάνος Ορφανουδάκης, «Στίχοι πριν την άνοιξη», εκδ. Μετρονόμος, 2015

`

ΕΔΩ Ακούστε  τη «Νεράιδα και το δέντρο», από τον επερχόμενο κύκλο τραγουδιών με τίτλο «Η πέτρα του ονειρευτή» σε μουσικές του Γιώργου Καλογήρου και στίχους του Μάνου Ορφανουδάκη.

`

Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗ

Πουλί νυκτοκελάηδησε
τραγούδα τη λαλιά σου
να ’ρθει ο καιρός που άργησε
ν’ ανθίσει η φωλιά σου.

Κι αν δεν φυτρώσουνε ανθοί
κι αν γεννηθούν αγκάθια
πάρε μαχαίρι και σπαθί
και κάνε τα κομμάτια.

Πουλάκι πήγε να κρυφτεί
στη ρίζα μαύρου βράχου
στην πέτρα του ονειρευτή
του υπνοπολεμάχου.

Είναι πουλιά που ζουν στη Γη
– επάνω τους πατάμε.
Στο στήθος κρύβουνε πληγή
– ποτέ τους δεν πετάνε.

Τα βράδια η νύχτα τραγουδά
μα εκείνα μες στο χώμα
γυρεύουν νεκρολούλουδα
να βάλουνε στο στόμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αλέξης Αντωνόπουλος, ʽʽΕδώʼʼ, Πασιφάη, 2015

ΤO ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το πρώτο ποίημα στην ιστορία της ιστορίας
γράφτηκε από τον Εωσφόρο
την πρώτη του νύχτα στην Κόλαση.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να ετοιμάσει τους πειρασμούς˙
τραγούδια θʼ αντηχούσαν μέσα από την έρημο
στον Μεσσία, και σε κάθε υιό και κόρη.

Κοίταξε τους σταλακτίτες της σπηλιάς.
Ίσως η απόφαση να είχε αλλάξει.
Ίσως ο νέος του ρόλος να μην ίσχυε.
Ίσως τελικά οι πειρασμοί, τα τραγούδια
να μην ανήκαν εδώ. Να μην ανήκαν ούτε εκεί.

Οι σταλακτίτες δεν απάντησαν.

Ο Εωσφόρος επέτρεψε στον εαυτό του
να κλάψει
μία τελευταία φορά.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να βαπτιστεί.
Μα πριν το χρώμα τον λούσει
και πριν η λέξη ʽʽποίημαʼʼ γεννηθεί
ο Εωσφόρος ήθελε να γράψει.

Ένα ποίημα. Οι σταλακτίτες ας περίμεναν.
Οι σταλακτίτες περίμεναν.
Μέχρι να γραφτεί το ποίημα.

Δεν είχε δύναμη. Δεν έγραψε πολλά.
Ίσως γιʼ αυτό να είναι το πιο αληθινό
το πιο βλάσφημο
ποίημα που γράφτηκε ποτέ.

Και ο Εωσφόρος
εκείνη την πρώτη νύχτα
έγραψε μονάχα μία λέξη:

Μόνος.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Πέτρος Γκολίτσης, “Η σάρκα των προσωρινών”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

«Σε τι να συναινέσω;»
εδώ βαλλόμαστε από παντού
στα χαρακώματα του κόσμου πανικός
αρχιτεκτονικές δομές
πληγές τεράτων
μεταφυσικές γραμμές
–είναι όλα λάθος–
στόματα χάσκουν στο κενό
πλανητικές σκιές
άστρα βουλιάζουν στον βυθό
και εκρήγνυνται και σβήνουν
κόσμοι φουσκώνουν σαν νερό

Κʼ εμείς φυτρώσαμε κάτι ψελλίσαμε
και τραγουδήσαμε
δεν ηρεμήσαμε
τη σκόνη την τινάξαμε
τα κόκκαλα πετάξαμε στον ουρανό
σαν δορυφόροι γύριζαν
ωσότου…

αφού είσαι ηλίθιος
θα εναρμονιστείς
στο τέλος μάλιστα θα εκτοξευθείς
γύρνα και πάλι στο κενό
χωμένος μες στον αστρικό γιακά
του σύμπαντος

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Κώστας Μυλωνάς, «Μελοποιημένη ποίηση- ένας αμφιλεγόμενος γάμος», εκδ. Κέδρος, 2015

`

Pablo Neruda
Η γη μας, γη πλατιά ερημιές
πλημμύρισε βουητό, μπράτσα, στόματα.
Μια βουβαμένη συλλαβή άναβε λίγο λίγο
συγκρατώντας το παράνομο ρόδο,
ωσότου οι πεδιάδες δονήθηκαν
όλο σίδερο κι καλπασμό.
Σκληρή η αλήθεια σαν αλέτρι.
Έσκισε τη γη, θεμέλιωσε τον πόθο,
έπνιξε τις φύτρες της προπαγάνδας τους
και λευτερώθηκε μέσα στη μυστική άνοιξη.
Είχε βουβαθεί το λουλούδι της, είχε κυνηγηθεί
το συναγμένος φως της, είχε χτυπηθεί
το μαζικό της προζύμι, των κρυμμένων
λάβαρων το φιλί,
αυτή όμως ξεπετάχτηκε σκίζοντας τοίχους
αποσπώντας τις φυλακές απ’ τη γη.
Κούπα της έγινε ο σκούρος λαός.
Παράλαβε το εξοστρακισμένο υλικό
το διάδωσε στης θάλασσας τα πέρατα,
το κοπάνισε σ’ αδάμαστα γουδιά
και βγήκε, με χτυπημένες σελίδες
και με την άνοιξη στο δρόμο.
Ώρα χτεσινή, ώρα μεσημεριού,
ώρα σημερινή ξανά, ώρα καρτερεμένη
ανάμεσα στο λεφτό που πέθανε και σ’ αυτό
που γεννιέται,
στην αγκαθιασμένη εποχή της ψευτιάς.
Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους,
απο τέκνα αβάφτιστα, απο μαραγκούς,
απο κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί
μια σταγόνα αίμα πετούμενο
και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,
μες απο εκεί που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας
σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη.
Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ’ το λαό.
Σήμερα θα βγεις μες απ’ το κάρβουνο και τη δρόσι.
Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες
με χέρια κακοπαθιασμένα, με κομμάτια
ψυχής που περισώθηκε, με δέσμες
από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε:
εργαλεία φοβερά
κάτω απ’ τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη

`

**********************************************************

Το βιβλίο αυτό, αναφέρεται στο πολυσυζητημένο, αλλά όχι με επάρκεια και ορθότητα διερευνημένο, ζήτημα της Μελοποιημένης Ποίησης. Ερευνά και εξετάζει ένα φαινόμενο που κυριάρχησε στη μουσική ζωή του τόπου μας τις τελευταίες δεκαετίες και ιδιαίτερα κατά τη χρονική περίοδο 1960 – 1985, στο χώρο του λεγόμενου έντεχνου – λαϊκού τραγουδιού.

Ο συγγραφέας του, με γνώση και αντικειμενικότητα, προσεγγίζει σφαιρικά το θέμα θίγοντας μια σειρά από ζητήματα και προβλήματα που προκύπτουν από τη σύζευξη ποίησης και μουσικής, θέτοντας βασικά ερωτήματα και δίνοντας ουσιαστικές απαντήσεις. Επισημαίνει και τεκμηριώνει με ακλόνητα επιχειρήματα ότι τόσο η ποίηση όσο και η μουσική, είναι δύο ξεχωριστές τέχνες με τη δική τους ανεξαρτησία και αυτοτέλεια και ότι στις κορυφαίες τους δημιουργίες δεν έχουν ανάγκη η μία την άλλη. Παρά ταύτα, όμως, δεν παραλείπει να σημειώσει ότι αν τηρηθούν ορισμένες αναγκαίες προυποθέσεις, μπορεί να επιτευχθεί η σύζευξη αυτών των δύο τεχνών.

Επιλέγοντας ο συγγραφέας διάφορα παραδείγματα, δεν διστάζει να κρίνει την αποτυχία ορισμένων έργων μελοποιημένης ποίησης, χωρίς ωστόσο να παραβλέπει και την επιτυχία κάποιων άλλων.

Τελικά, είναι ορθό η ποίηση- και ποια ποίηση να μελοποιείται; Τι είναι αυτό το περίφημο και πολυσυζητημένο πάντρεμα; Είναι γάμος από έρωτα ή συμφέρον ή απλά ένα συνοικέσιο;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Βαγγέλης Γέττος, «Προσάναμμα», Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013

`

Χωριό

Καμία καμπύλη για τους νεοφερμένους
καμία υποχώρηση
στην τάση για μικρές
κι ασήμαντες
παρασπονδίες
όλα μέσα σ’ ένα αδηφάγο πρωτόκολλο
μέχρι να εξαφανιστούν
και τα τελευταία ρινίσματα
από τα χωριά μας

Καμία αντίδραση σε σεισμό
καμία νύξη
καμία υπόσχεση
καμία προώθηση σχεδίου
ή φιλοδοξίας
μόνο ένα βαθουλωτό εδώ.

Κανένας να σε φέρει στα σύγκαλά σου
καμία ρουφήχτρα χρόνου

Εδώ ο χρόνος καταπίνεται
αμάσητος.
Βλέπεται.
Περνάει
σαν πομπή δούλων και λαφύρων
που έφερε πίσω
ένας αόρατος νικητής
μπροστά από αυτούς που κάθονται σε πλαστικές καρέκλες

Είχε ζητήσει μόνο μια καινούρια τηλεόραση για το καφενείο
αν νικήσουν

Κι η άνοιξη όλα αυτά τα κάνει πιο μακάβρια

Επιλογές, φωνάζουν, οι κάτοικοι ότι έκαναν
”Εδώ, τουλάχιστον ο θάνατος δεν θα σε βρει
στο ασθενοφόρο που κόλλησε στην κίνηση”,
σου λένε

Διαβάστε περισσότερα