Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Σκαριμπικό αλλιώτικο», «Προοδευτική Εύβοια» (16.10.1986)

Ανοιχτή η αυλαία προτού αρχίσει η παράσταση και το σκηνικό σου θύμιζε στιγμές στιγμές έναν μισόπικρο Καραγκιόζη. Το μαγνητόφωνο καβούρντιζε παλιά τραγούδια, οι λιγοστοί στην αρχή θεατές φαίνονταν βυθισμένοι, παρεκτός από ένα μωρό που έκλαιγε παραπονεμένο, και τα προσχολικά πιτσιρίκια δε σταματούσαν να μασουλάνε. Κάποιο περίεργο καράβι είχε ξεμπαρκάρει μπροστά μου τρεις Πακιστανούς ή κάτι τέτοιο, καναδυό εύσωμες είχαν μισοκοσμικό μισοδιανοούμενο ύφος, κάπου ανταλλάχτηκαν διεκδικητικοί διαξιφισμοί «δεν επιτρέπω… ποιοι είστε σεις;», «με ποιο δικαίωμα μας εμποδίζετε;», τα μηχανάκια βούιζαν ασταμάτητα απέξω. Σιγά σιγά έρχονταν όλο και περισσότεροι, η παράσταση αργούσε ν’ αρχίσει, μπορεί να περιμέναμε κανέναν επίσημο, δεν πείραζε, το σκηνικό έδινε λαμπρές, που λένε, υποσχέσεις, θα ξαναρχόταν λοιπόν η Χαλκίδα;

Η διπλανή μου φιλόλογος με ρωτούσε αν πράγματι το έργο έχει βασιστεί σε περιστατικό της προπολεμικής πάλης. Με πήρε ο κατήφορος ξαφνικά, ξύπνησε ο σχολαστικός εαυτός μου, όχι, αποκρίθηκα, δάνειο και μεταγραφή είναι το έργο, αγγλονορβηγικά πρότυπα μεταφερμένα στα καθ’ ημάς θα δούμε, πήγαινα να καταστρέψω από μόνος μου την προσδοκία, μαχόμουν vα διώξω τη Χαλκίδα.

Τη φέραν όμως ολόσωμη τα συμπαθητικά παιδιά του θιάσου, που ξεκίνησαν μ’ έναν σχεδόν ακίνητο χορό, ωσάν σε κατάστρωμα πετρωμένου καραβιού. Ο Αργυράμος μάλλον παραφωνούσε κάνοντας τους Πακιστανούς, ποιος ξέρει πούθε φερμένους, να χασκογελάνε, τα μικρά συνέχιζαν να τσαλακώνουν σακούλες, τα παιδιά όμως που έπαιζαν στη σκηνή κρατούσαν τη θερμή ψυχραιμία τους και μπέρδευαν τρομερά τις μοίρες τους. Η Χαλκίδα είχε έρθει και κυμάτιζε βαρειά μέσα σε θολό νοτιά.

Η Μύριαμ, με την υπόβραχνη φωνή της, δεν μου θύμιζε την εξωτική Μύριαμ Χόπκινς Λάι, εκείνην που αθέλητα κεραύνωσε με λυκόσκαγα του Πριόβολου τον μυστήριο γεωπόνο. Καθόλου μα καθόλου δεν της έμοιαζε κι ωστόσο όλα τραβούσαν καλά, έρχονταν βαπόρια με γιρλάντες αφρών, η Σουβάλα  κοιμόταν στο λυκόφως και στη σκιά του Κόκκινου Σπιτιού*. Η Ιουλία καμιά σχέση δεν είχε με την Ουλαλούμ* της Χαλκίδας —ή, μάτια μου, είχε και με το παραπάνω, και μόνο εγώ ο στραβός δεν το ‘βλεπα: Όπως και να ‘ναι, καλά τους έπαιξε και τους τρεις στην παλάμη της, καλά τραβούσε ή χαλάρωνε τα σκοινιά, άσχετα αν στο τέλος μπλέχτηκε αξέμπλεχτα κι η ίδια.

Το μωρό αποκάτω δεν έλεγε να μερώσει, τα μεγαλύτερα δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι παρασταίναν αυτοί πάνω στη σκηνή, κάπου κάπου φαλτσάριζε κάποιο γέλιο, όμως η Χαλκίδα είχε κουβαληθεί οριστικά στο σαλόνι της Ιουλίας. Κανείς και τίποτε δεν δήλωνε πως φυσάει νοτιάς, αλλά τον ένιωθες που έγλειφε τα παραθυρόφυλλα, ξεμάλλιαζε τις στρατιωτικές φιλύρες του τραίνου, ρήμαζε τον μακάβριο κήπο, η Ζαλούχου θα κρύωνε και θα σφιγγόταν στην μπέρτα της, η Έλιζε Μαίηλυ, δραπετεμένη από το πορτραίτο της, θα έκοβε σπαθάτη απελπισμένες βόλτες στα έρημα και υγρά νότια μουράγια. Πώς μπορούσε λοιπόν ο Αντρέας Βλαντής να ξεφύγει από το πεπρωμένο τέλος, έτσι στενά κυκλωμένος και αδυσώπητα πολιορκημένος από τη Χαλκίδα; Αδύνατο πράγμα βέβαια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ilias Chrissochoidis , «Σεφέρης-Στραβίνσκι-Χάρβαρντ/ Η άγνωστη σχέση του ποιητή µε το κορυφαίο πανεπιστήµιο»

Η σύµπτωση των σαραντάχρονων από το θάνατο του Σεφέρη µε την αντίστοιχη επέτειο του Ίγκορ Στραβίνσκι (1882–1971) θα περάσει µάλλον υπόγεια στην Ελλάδα. Τόσο οι προσωπικότητες όσο και τα επιτεύγµατα των δύο δηµιουργών είναι µη συγκρίσιµα µεγέθη. Μπορεί ο στοχαστικός ποιητής, που γεύτηκε δόξα στη δύση του βίου του, να θαύµαζε τον δαιµόνιο Ρώσο που ήδη είχε κατακτήσει το µουσικό στερέωµα της Ευρώπης τριαντακονταετής. Ωστόσο δεν φαίνεται να επιζήτησε ποτέ καµία επαφή µαζί του. Το δε προλόγισµά του στην δεύτερη έκδοση της Μουσικής Ποιητικής του Στραβίνσκι—που δηµοσίευσε στα Ελληνικά το «Βήµα της Κυριακής» στις 1 Μαρτίου του 1970— γάφτηκε προφανώς κατόπιν παραγγελίας των πανεπιστηµιακών εκδόσεων του Χάρβαρντ και µάλλον χωρίς την εµπλοκή του ογδονταοκτάχρονου συνθέτη. Ή τουλάχιστον έτσι εικάζαµε.

`
Η ανακάλυψη µιας άγνωστης µέχρι πρόσφατα επιστολής του Στραβίνσκι προς τον
Σεφέρη δηµιουργεί τις προϋποθέσεις για µια επετειακή σύξευξη των δύο. Στη διάρκεια
ερευνητικής επίσκεψης στο Χάρβαρντ ο γράφων εντόπισε δύο κούτες µε γραπτά και
αλληλογραφία του Σεφέρη που η χήρα του Μαρώ είχε δωρίσει στο πανεπιστήµιο το 1976
(Houghton Library, bMS Gr 28). Η µονοσέλιδη δακτυλογραφηµένη επιστολή του
συνθέτη φέρει ηµεροµηνία 28 Οκτωβρίου 1969. Την µεταφράζω από τα Αγγλικά ως
εξής:

`

Αγαπητέ κύριε Σεφέρη,
Μόλις έλαβα την πολύ ευγενική σας επιστολή της 10ης Σεπτεµβρίου που
µε είχε ακολουθήσει από την Καλιφόρνια σε διάφορα ξενοδοχεία της Νέας
Υόρκης, ένα από τα οποία την κράτησε για τρεις εβδοµάδες.
Σας είµαι βαθιά ευγνώµων για τον πολύτιµο προλογό σας και θα ’θελα να
σας πω πόσο ικανοποιηµένος και υπερήφανος είµαι που κοσµίζει το µικρό µου
βιβλίο. Και εγώ επίσης προτιµώ τη δεύτερη [Αγγλική] µετάφραση. Για
παράδειγµα, η εναρκτήρια φράση «για να κάνω ό,τι µού αρέσει» ακούγεται
ταυτοχρόνως ελαφρά επαρµένη και ευρείας απόχρωσης συγκρινόµενη µε το «αν
µπορούσα να επιλέξω ελεύθερα» (δεύτερη εκδοχή). Αλλά βέβαια, οι µεταφράσεις
είναι µια από τις αναγκαίες απογοητεύσεις της ζωής.
Ευχαριστώ για την παραποµπή στην γραφή «Oedipoda» στην εκδοχή του
έργου από τον Σενέκα. Ο µεταφραστής του Κοκτώ, [νυν] Καρδινάλιος [Ζαν]
Ντανιέλου, µπορούσε κάλλιστα να την είχε δανειστεί από εκεί. Περιέργως, δεν
σκέφτηκα ποτέ να συγκρίνω τα λατινικά του Ντανιέλου µε αυτά του Σενέκα,
αλλά θα το κάνω τώρα µόλις έχω την ευκαιρία. Σας είµαι επίσης υπόχρεος για µια
[!] επιγραφή (Η Γυναίκα της Ζάκυνθος).
Με τους πιο εγκάρδιους χαιρετισµούς µου,
Ειλικρινά δικός σας,
Ίγκορ Στραβίνσκι

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Σύγχρονες τάσεις στην ποίηση της Μάλτας» (γράφει η Λίλια Τσούβα)

 

 

Το μικρό νησί της Μάλτας στο μέσον της Μεσογείου, ακριβώς νότια της Σικελίας και βόρεια της Λιβύης, είναι φυσικό λόγω της γεωγραφικής του θέσης να συγκεντρώνει επιρροές. Με έκταση μόλις 316 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 475.000 κατοίκους, κατοικείται σχεδόν από το 5200 π. Χ. Τα μεγαλιθικά κτίσματα μαρτυρούν έναν αναπτυγμένο προϊστορικό νεολιθικό πολιτισμό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατακτήσει τη χώρα ήδη από το 1000 π. Χ. χρησιμοποιώντας την ως ορμητήριο για τις εμπορικές τους συναλλαγές στη Μεσόγειο.

Η απαρχή της λογοτεχνίας ωστόσο τοποθετείται γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο ρομαντισμός, και ειδικότερα το ιταλικό Risorgimento, αφήνουν το αποτύπωμά τους στο νησί. Στη συνέχεια επηρεάζεται από τη γενιά της αμφισβήτησης  (δεκαετία του ΄60) και τον μοντερνισμό. Με τις δυνατότητες ωστόσο της ψηφιακής τεχνολογίας από το 1990 και μετά, το νησί της Μάλτας κατάφερε να διαδώσει την κουλτούρα του. Σε αυτό συνέβαλε και η ένταξη της χώρας στην ΕΕ, εφόσον Μαλτέζοι συγγραφείς μεταφράστηκαν εντός – και αργότερα εκτός – της επικράτειάς της.

Οι εκδόσεις «Βακχικόν» κυκλοφόρησαν πρόσφατα την Ανθολογία των νέων Μαλτέζων ποιητών στα ελληνικά. Η σειρά ανθολογιών που εκδίδουν εδώ και καιρό με νέους σε ηλικία ποιητές από διάφορες χώρες της Ευρώπης φέρνουν τους Έλληνες σε επαφή με την πρωτοπορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος (οι ανθολογούμενοι πειραματίζονται στη γραφή και βρίσκονται σε εξέλιξη). Παράλληλα, δίνουν τη δυνατότητα σε γλώσσες μικρές, που μιλιούνται από λίγους ανθρώπους, να ακουστούν, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό σε έναν γόνιμο πολιτισμικό συγκρητισμό.

`

Η Ανθολογία των Νέων Μαλτέζων ποιητών είναι δίγλωσση, όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες. Η μετάφραση είναι της Στέργιας Κάββαλου. Η ανθολόγηση και το κατατοπιστικό προλογικό σημείωμα έγινε από τον Μανουέλ Μιφσούντ, καθηγητή της Μαλτέζικης Λογοτεχνίας και Λογοτεχνικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Μάλτας.

Οι ποιητές που ανθολογούνται είναι οι: Κλίφτον Ατζοπάρντι, Ελίζαμπεθ Γκρεκ, Λιάνε Ελούλ, Γκλεν Καλέια, Μίριαμ Καλέια, Νόρμπερτ Μπουτζέια και Καρλ Σέμπρι[i], με τους Κλίφτον Ατζοπάρντι, Ελίζαμπεθ Γκρεκ και Καρλ Σέμπρι να ζουν πλέον στο εξωτερικό. Η έκδοση υποστηρίχθηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου της Μάλτας.

Μεγάλη ώθηση στην ποίηση της Μάλτας – μας πληροφορεί ο καθηγητής Μιφσούντ στον πρόλογό του – έδωσε η ίδρυση το 1998 του πολιτισμικού οργανισμού Inizjamed με στόχο  την προώθηση και γνωριμία των πολιτισμών της Μεσογείου. Η χώρα έχει ούτως ή άλλως παράδοση μεσογειακή. Ο οργανισμός ωστόσο την έφερε σε επαφή με την άγνωστη για εκείνη έως τότε – παρά τη γεωγραφική εγγύτητα – κουλτούρα της Βόρειας Αφρικής. Τα ποιήματα της συλλογής μπορεί να είναι γεμάτα χρώματα, ήχους και μυρωδιές της Μεσογείου, εκπέμπουν όμως τον αέρα μιας κοινωνίας κοσμοπολίτικης, που ενσωματώνει στοιχεία παγκόσμια. Οι ανθολογούμενοι ποιητές εξάλλου ταξιδεύουν και ζουν την εποχή τους, μια εποχή που μετασχηματίζεται διαρκώς και επικοινωνεί.

Η πνευματικότητα και η εσωτερικότητα των ποιημάτων της Ανθολογίας κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη. Το επικοινωνιακό κύκλωμα που τίθεται σε λειτουργία παράγει έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Οι ποιητές επαναπροσδιορίζουν αξίες που απειλούνται μέσα στον σημερινό κόσμο της σύγχυσης και της ελευθεριότητας που χαρακτηρίζεται από απώλεια οραμάτων. Ο έρωτας αποτελεί κεντρικό θέμα. Το ίδιο και η ζωή με τη θάλασσα. Αστική τοπογραφία, αλλά και φύση, ανοιχτοί χώροι. Λυρισμός, μελαγχολία, αλλά και σαρκασμός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Διονύσιος Χριστοφοράτος, “Υετού Δώρον”

ʼΕπιστρέψας ἐκ τῆς πολυμήνου ἀπουσίας του καὶ διαμονῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁ Ὑάκινθος Ὑδρίας (Συνταγματάρχης ἐν ἀποστρατείᾳ), ηὗρεν εἰδοποιητήριον εἰς τὴν ἐξώπορταν τῆς πολυκατοικίας του, γνωστοποιοῦν εἰς αὐτόν, πὼς ἐπρόκειτο νὰ διακοπῇ ἡ παροχὴ ὕδατος εἰς τὴν οἰκίαν του, λόγῳ παρελθουσῶν καὶ μὴ ἐξοφληθεισῶν ὀφειλῶν.

Εὔθικτος καθὼς ἦτον, ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ τὴν κατωτέρω ἐπιστολὴν διαμαρτυρίας, εἰς τὸν γενικὸν διευθυντὴν τῆς Ἑταιρείας Ὑδρεύσεως καὶ Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης, ζητῶν νὰ ὑπάρξῃ κάποιος ἐνδεχόμενος διακανονισμὸς ἢ διευκόλυνσις ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν του. Ἡ ἐπιστολὴ εἶχε ὡς ἑξῆς:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Oscar Wilde , «Ο πιστός φίλος» [«Εννέα μαγικά παραμύθια«], (μτφρ. Ρένα Χατχούτ), Γράμματα, 1990

O μικρούλης Χανς είχε πολλούς φίλους, αλλά ο πιο πιστός του φίλος ήταν ο Χιου ο μυλωνάς. Κι αλήθεια, τόσο αφοσιωμένος ήταν ο πλούσιος μυλωνάς στο μικρούλη Χανς, που δεν περνούσε ποτέ από τον κήπο του δίχως να σκύψει πάνω απ’ τη μάντρα για να κόψει ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια ή μια χούφτα αρωματικά βότανα, ή δίχως να γεμίσει τις τσέπες του με κεράσια και δαμάσκηνα, αν ήταν η εποχή τους.

«Oι αληθινοί φίλοι πρέπει να μοιράζονται τα πάντα», έλεγε ο μυλωνάς, κι ο μικρούλης Χανς κουνούσε το κεφάλι χαμογελώντας και καμάρωνε που είχε ένα φίλο με τόσο ευγενικές ιδέες.

Καμιά φορά, ωστόσο, οι γείτονες παραξενεύονταν που ο πλούσιος μυλωνάς δεν έδινε ποτέ τίποτα σε αντάλλαγμα στο μικρούλη Χανς, μόλο που φύλαγε στο μύλο του εκατό σακιά αλεύρι, και είχε έξι αγελάδες κι ένα μεγάλο κοπάδι μαλλιαρά αρνιά· αλλά ο Χανς ποτέ δε σκοτιζότανε με τέτοιες σκέψεις, και τίποτα δεν τον ευχαριστούσε περισσότερο από το ν’ ακούει όλα τα θαυμάσια πράγματα που έλεγε ο μυλωνάς για την ανιδιοτέλεια της αληθινής φιλίας.

Κι έτσι, ο μικρούλης Χανς περνούσε τον καιρό του δουλεύοντας στον κήπο του. Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο ήταν πολύ ευτυχισμένος, όταν όμως ερχόταν ο χειμώνας και δεν είχε καρπούς ή λουλούδια να πουλήσει, υπέφερε πολύ από το κρύο και την πείνα, και συχνά αναγκαζόταν να πηγαίνει για ύπνο έχοντας φάει μονάχα μερικά ξερά αχλάδια ή τίποτα σκληρά καρύδια. Κι ακόμα, το χειμώνα υπέφερε από μοναξιά, γιατί ο μυλωνάς ποτέ δεν ερχόταν να τον δει.

«Δεν ωφελεί να πάω να δω το Χανς όσο κρατάει το χιόνι», έλεγε ο μυλωνάς στη γυναίκα του, «γιατί όταν οι άνθρωποι έχουν στενοχώριες, πρέπει να τους αφήνουμε ήσυχους και να μην τους ενοχλούμε μ’ επισκέψεις. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου άποψη για τη φιλία, και είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο. Θα περιμένω λοιπόν να έρθει η άνοιξη, και τότε θα πάω να τον δω, θα μου δώσει κι ένα μεγάλο πανέρι πρίμουλες κι αυτό θα τον κάνει πολύ ευτυχισμένο».

«Πολύ τους σκέφτεσαι τους άλλους», απάντησε η μυλωνού, καθισμένη στην αναπαυτική πολυθρόνα της μπροστά στο τζάκι· «πραγματικά, πολύ τους σκέφτεσαι. Είναι μεγάλη απόλαυση να σ’ ακούει κανείς να μιλάς για τη φιλία. Και είμαι σίγουρη πως ούτε ο πάστορας ο ίδιος δε θα μπορούσε να τα πει πιο όμορφα από σένα, κι ας μένει σε τρίπατο σπίτι, κι ας φοράει χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο».

«Δε θα μπορούσαμε όμως να καλέσουμε εδώ το μικρούλη Χανς;», είπε ο μικρότερος γιος του μυλωνά. «Αν ο καημένος ο Χανς έχει στενοχώριες, θα του δώσω το μισό απ’ το χυλό μου και θα του δείξω τ’ άσπρα μου κουνέλια».

«Τι κουτό παιδί που είσαι!», φώναξε ο μυλωνάς. «Πραγματικά, δεν ξέρω τι ωφελεί να σε στέλνω στο σχολείο. Δε βλέπω να μαθαίνεις και τίποτε. Μα αν ερχόταν εδώ ο Χανς κι έβλεπε τη ζεστή φωτιά μας, τα πλούσια φαγητά μας και το μεγάλο μας βαρέλι με το κόκκινο κρασί, ίσως να ζήλευε, κι η ζήλια είναι πράγμα τρομερό και πολύ κακό για όλους. Δε θα επιτρέψω να χαλάσει ο χαρακτήρας του Χανς. Είμαι ο καλύτερός του φίλος, και πάντα θα τον προσέχω και θα φροντίζω να μην μπει σε κανέναν πειρασμό. Εξάλλου, αν έρθει εδώ ο Χανς, μπορεί να μου ζητήσει να του δώσω αλεύρι με πίστωση, κι αυτό δε θα μπορούσα να το κάνω. Άλλο το αλεύρι κι άλλο η φιλία, αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε. Oι λέξεις γράφονται διαφορετικά και σημαίνουν διαφορετικά πράγματα. Είναι ολοφάνερο». […]

Νωρίς το άλλο πρωί, ο μυλωνάς κατέβηκε να πάρει τα λεφτά για το σακί με το αλεύρι, αλλά ο μικρούλης Χανς ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι.

«Μα την πίστη μου», είπε ο μυλωνάς, «είσαι πολύ τεμπέλης. Και πραγματικά, αν σκεφτείς ότι θα σου χαρίσω το καροτσάκι μου, θα μπορούσες να δουλέψεις πιο σκληρά. Η τεμπελιά είναι μεγάλη αμαρτία, και δε μ’ αρέσει να ’χω φίλους τεμπέληδες ή νωθρούς. Δεν πρέπει να σ’ ενοχλεί που σου μιλάω τόσο απερίφραστα. Oύτε που θα το σκεφτόμουν βέβαια να σου τα πω αυτά, αν δεν ήμουν φίλος σου. Αλλά τι νόημα έχει η φιλία, αν δεν μπορεί κανείς να πει ακριβώς αυτό που έχει στο μυαλό του; Χαριτωμένα πράγματα μπορεί να λέει ο καθένας για να ευχαριστήσει και να κολακέψει τον άλλον, αλλά ο αληθινός φίλος πάντα λέει δυσάρεστα πράγματα και δεν τον νοιάζει αν πληγώνει. Και μάλιστα, αν είναι αληθινός φίλος, το προτιμάει αυτό, γιατί ξέρει ότι τότε κάνει καλό».

Διαβάστε περισσότερα