Jorge Luis Borges, «Ο Μπόρχες κι εγώ» (Έρευνα – Συγγραφή: Σαλώμη Χατζηνεοφύτου & Μαριλένα Πόρακου)
1Νοε
Άπαντα τα πεζά ΙΙ (Συλλογές: Ο Ποιητής και Οι συνωμότες).
Υπουργείο Παιδείας Κύπρου, Λευκωσία, 2017
`
Το μικροδιήγημα «O Μπόρχες κι εγώ» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1957 στα
ισπανικά ως «Borges y yo», στο περιοδικό Biblioteca, και συμπεριλήφθηκε το 1960 στη
συλλογή El Hacedor (Ο Ποιητής) (Borges and I, n.d.). Σε αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες
στοχάζεται πάνω στο θέμα της δυαδικότητας, στη σχέση δηλαδή ανάμεσα στη δημόσια
εικόνα του (ο συγγραφέας, δηλαδή «ο Μπόρχες») και στην ιδιωτική εικόνα του (ο
άνθρωπος, δηλαδή το «εγώ»). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ιστορίας,
ο αφηγητής ακούει για τη δραστηριότητα και τις επιτυχίες του διάσημου συγγραφέα
Μπόρχες, αλλά αναρωτιέται αν αυτές αντικατοπτρίζουν τον απλό, καθημερινό άνθρωπο
Μπόρχες.
Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και ο αφηγητής αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον
ίδιο, στον οποίον αναφέρεται με τη χρήση του πρώτου προσώπου της προσωπικής
αντωνυμίας «εγώ», και στον Μπόρχες, τον διάσημο συγγραφέα, νέα του οποίου
λαμβάνει, όπως αναφέρει, με το ταχυδρομείο και βλέπει τ’ όνομά του σε μια ομάδα
καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Ο αφηγητής παρουσιάζεται με το «εγώ», ως
απλό πρόσωπο, το οποίο ζει στο Μπουένος Άιρες και του αρέσουν οι κλεψύδρες, οι
χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του
Στήβενσον (Μπόρχες: 2013β, 449). Οι αναφορές στις αγαπημένες του αυτές συνήθειες
φανερώνουν άτομο εκλεπτυσμένο, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για κάτι το αξιόλογο,
σε αντίθεση με τον διάσημο συγγραφέα, στον οποίο, με ειρωνικό ύφος, ο αφηγητής
δηλώνει ότι «συμβαίνουν όλα» (308).
Ο αφηγητής δημιουργεί από την αρχή μια απόσταση ανάμεσα στο δημόσιο
πρόσωπο Μπόρχες, που προβάλλεται μέσα από τα κείμενά του, και στον απλό άνθρωπο,
στο «εγώ», δείχνοντας να είναι πιο κοντά στο δεύτερο, αφού σε τέσσερα συγκεκριμένα
σημεία της ιστορίας αποκαλεί τον συγγραφέα με τη φράση «ο άλλος». Μολονότι υπάρχει
αυτή η απόσταση και η φαινομενική προτίμηση στο «εγώ», ο αφηγητής παραδέχεται, με
κάποια πίκρα, την αδιάλειπτη σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα Μπόρχες και στο «εγώ».
Μοιράζονται, όπως λέει, τις ίδιες προτιμήσεις, όμως ο Μπόρχες «μ’ έναν τρόπο
ματαιόδοξο τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου» αφού η ιδιότητά του είναι αυτή του συγγραφέα.









