Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου, «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ – Απόδραση από τη ναζιστική Γερμανία», εκδ. Ιωλκός, 2008
30Μαΐ
Ιανουάριος 1939. Καθώς η Ευρώπη ετοιμάζεται να βυθιστεί στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ένας καταδικασμένος έρωτας έρχεται στο φως, γεννημένος από την ερμηνεία των «Βρανδεμβούργιων κονσέρτων» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Υπό την αδιάκοπη απειλή της Γκεστάπο, δυο άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν κατά την πιο αιμοβόρα περίοδο της Ιστορίας. Ακόμη όμως και μέσα στο σκοτάδι η μαγεία της μουσικής δε σταματά. Το υπέρτατο νόημα της δημιουργίας του μεγάλου κάντορα της Λειψίας αποκαλύπτεται στην πιο απρόσμενη στιγμή, χρωματίζοντας ανεξίτηλα την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών. Από το Φράιμπουργκ και τις πλαγιές του Μέλανος Δρυμού ως τις ακτές της Νορμανδίας και το Λονδίνο, το ιστορικό μυθιστόρημα «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ», του Χρήστου Παπαδημητρίου, παρακολουθεί με ακρίβεια τις πολεμικές εξελίξεις και πέρα από μια συναρπαστική ερωτική ιστορία προσφέρει μια αναπάντεχη ερμηνεία στο ημιτελές τελευταίο έργο και στο θάνατο του μεγαλύτερου ίσως μουσικού που έζησε ποτέ, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.
`
ΦΡΑΪΜΠΟΥΡΓΚ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΣΓΚΑΟΥ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1939 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ]
Ο ιδρώτας άρχισε και πάλι να τρέχει από το μέτωπό του. Η αίθουσα είχε γεμίσει ασφυκτικά και η ατμόσφαιρα τον έπνιγε. Οι πολυέλαιοι έκαιγαν σαν φωτιά. Σηκώθηκε απότομα, καθώς ανέβηκε στη σκηνή ο διευθυντής της ορχήστρας. Με αριστοτεχνική δεξιότητα κατάφερε να γλιστρήσει το μαντίλι του ανάμεσα στα δάχτυλά του και το βιολί, σκουπίζοντας τις σταγόνες του ιδρώτα. Ήταν ήδη πέντε μήνες που έπαιζε στη Φιλαρμονική της Ζυρίχης και ακόμη δεν είχε ξεπεράσει το στρες. Εκδηλωνόταν με κύματα ιδρώτα πριν την έναρξη της συναυλίας. Δεν τον ενοχλούσαν οι σταγόνες στο πρόσωπό του, αλλά εκείνες που φαίνονταν να τυλίγουν τις άκρες των δακτύλων και να ακουμπούν στις χορδές. Είχε μια ανεξήγητη φοβία πως οι νότες αλλοιώνονταν τόσο από την υγρασία, που του φαινόταν πως έπαιζε λάθος δίεση. Ο μαέστρος Έρικ Ρόμπερτς έκανε μία από τις παροιμιώδεις του βαθιές θεατρικές υποκλίσεις και περίμενε να σιγήσει το αφηνιασμένο χειροκρότημα του κοινού. Το πρόγραμμα ήταν όπως πάντα προσωπική του επιλογή και ανακοινώθηκε μόλις την παραμονή της πολυαναμενόμενης συναυλίας. Δεν ήταν Βάγκνερ (Wagner), όπως πολλοί περίμεναν και απαιτούσαν. Τον αγαπούσε βέβαια πολύ, αλλά απεχθανόταν τη λατρεία των ναζί στο πρόσωπό του. Είχε παρακολουθήσει ο ίδιος πρόσφατα τη Φιλαρμονική του Βερολίνου να παίζει τον «Τριστάνο» και είχε την ατυχία εκείνη τη βραδιά να παρευρίσκεται εκεί ο καγκελάριος Χίτλερ. Καθόταν μάλιστα λίγα καθίσματα δεξιά του, μαζί με την κουστωδία του. Όταν η συναυλία τελείωσε, ο καγκελάριος ξέσπασε σε επευφημίες και χειροκροτήματα, και το κοινό, αφού για λίγο χειροκρότησε τόσο δυνατά που ο μαέστρος φοβήθηκε ότι θα σπάσουν τα κρύσταλλα των παραθύρων από το θόρυβο, αμέσως άρχισε να ουρλιάζει: «Χάιλ Χίτλερ!». Ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής του. Η βεβήλωση της Μουσικής από την πολιτική, η στυγνή εκμετάλλευση της τέχνης από το ναζιστικό καθεστώς.









