Emily Dickinson και Μελισσάνθη, Η πρώτη μετάφραση (γράφει η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου)
3Φεβ
Η Αμερικανίδα ποιήτρια Emily Dickinson (1830-1886) δεν θεωρείται πλέον μία άγνωστη για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ακόμα κι όσοι δεν την έχουνε διαβάσει, γνωρίζουν ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της κλεισμένη σε ένα δωμάτιο, γράφοντας ποιήματα που δεν εξέδωσε εν ζωή. Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία που ακολούθησε για τηνέκδοσης του έργου της, αποδεικνύεται ενίοτε τόσο συναρπαστική όσο και τα ίδια της τα γραπτά. Χρειάστηκε να ξεπεραστούν πολλές αλλοιώσεις και παρερμηνείες ώστε να μπορούμε σήμερα να έχουμε μία πιο ξεκάθαρη εικόνα του τι πραγματικά έγραψε.
Στην Ελλάδα, η πρώτη ανθολογία 54 επιλεγμένων ποιημάτων της παρουσιάστηκε από τη Μελισσάνθη το 1980. Έκτοτε αρκετοί ακολούθησαν, έντεκα τον αριθμό, με τελευταίο τον Γιώργο Πρίμπα το 2020. Εξετάζοντας αποκλειστικά τον αριθμό των μεταφραστών, θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε ότι πρόκειται για μία εκτενώς μεταφρασμένη ποιήτρια όπου το μεγαλύτερο μέρος του έργου της έχει προσεγγιστεί. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη.
Η Emily Dickinson έγραψε περίπου 1800 ποιήματα. Το φως της δημοσιότητας είδαν σε κάποια περιοδικά, ανώνυμα, ελάχιστα από αυτά. Η μόνη επιμέλεια που δέχτηκε αυτός ο μεγάλος όγκος των ποιημάτων ήταν από την ποιήτρια που τα δούλευε ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια. Αν και μοιράστηκε πολλά από αυτά μέσω επιστολών με φίλους ή συγγραφείς που θαύμαζε, σπάνια έκανε κάποια αλλαγή με βάση τις υποδείξεις τους. Μέσα σε αυτά τα 1800 ποιήματα ξεδίπλωσε τις αμέτρητες πτυχές της προσωπικότητάς της, υιοθετώντας προσωπεία, σχολιάζοντας τον κόσμο, τη φύση, τον θάνατο και το Θεό. Αυτό που πρέπει μονίμως να κρατάμε κατα νου είναι ότι της άρεσε ιδιαίτερα να φάσκει και να αντιφάσκει. Σε ένα ποίημα ήταν η Αυτοκράτειρα του Γολγοθά, η Βασίλισσα με το χρυσό Διάδημα και στο επόμενο το ταπεινό λουλούδι που κάθεται στα πόδια του αγαπημένου της και παρακαλάει για την ελάχιστη προσοχή του. Στη μία περίπτωση αμφισβητούσε την ύπαρξη του Παραδείσου, ακόμα και του ίδιου του Θεού, ενώ στην επόμενη δήλωνε ότι γνωρίζει πως αυτό υπάρχει. Πολλές οι εξηγήσεις για τη συγκεκριμένη τάση. Το πιο πιθανό είναι ότι ακριβώς λόγω της απουσίας κάποιας έκδοσης, επιμέλειας και κριτικής, της επιτράπηκε να επιστρέφει ξανά και ξανά στα θέματα που την απασχολούσαν, να στοχάζεται πάνω σε αυτά και να διατυπώνει κάθε φορά τις σκέψεις της, όσο αντιφατικές κι αν ήταν.









