Μία προσέγγιση στις μυθοπλαστικές δομές του Χριστόπουλου
Έχουμε πολλές φορές τονίσει στο παρελθόν την ανάγκη για μια λογοτεχνία που να αντιτίθεται στον εξουσιαστικό λόγο και να συγκρούεται με την κατεστημένη γλώσσα και τις λογοτεχνικές συμβάσεις προάγοντας μια άλλη αισθητική πρόταση. Η λογοτεχνία που αντιτάσσεται στον τυποποιημένο λόγο είναι εκείνη που αποαυτοματοποιεί τη γλώσσα και ανοίγει νέα πεδία αισθητικής καλλιέργειας και ερμηνευτικών διαδικασιών στον αναγνώστη. Μεγάλο μέρος όμως των λογοτεχνικώνβιβλίων που εκδίδονται, απλώς υιοθετούν τυποποιημένες φόρμες και τεχνικές ποιητικής, στενεύοντας τα όρια της γλώσσας και τη φαντασία του αναγνώστη,με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο τρόπος που εκείνος ερμηνεύει όσα συμβαίνουν γύρω του.
Αυτόν ακριβώς όμως τον στόχο έχει το πειραματικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Χριστοπούλου «τζίντιλι» (Ροδακιό, 2020), καθώς ενσωματώνει στη ρητορική κατασκευή του τεχνικές αφήγησης, λυρισμό (που πολλοί ποιητές θα ζήλευαν) και έναν λόγο συνειρμικό που υποτάσσεται λειτουργικά στις ανάγκες του έργου. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό μεταμυθιστόρημα, που αθροίζει αφηγηματικές τεχνικές και πειραματίζεται με τις μυθοπλαστικές δομές. Αν ως μεταμυθιστόρημα ορίσουμε τον συνειδητό παιγνιώδη χειρισμό μυθοπλαστικών δομών και ειδών (Waugh), τότε το έργο που μας παραδίδει ο Χριστόπουλος έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτά, καθώς κινείται μεταξύ ιστορικού μυθιστορήματος, κοινωνικής και πολιτικής μυθοπλασίας, μαγικού ρεαλισμού και μετααποκαλυπτικού ecofiction.
Κύριο γνώρισμα της ποιητικής του έργου είναι ο φαινομενικά “απροσχεδίαστος” μακροπερίοδος λόγος. Hσυνειρμική κίνηση της αφήγησης δεν συνδέεται με κάποιο αόριστο συγγραφικό αυθορμητισμό (όπως γράφτηκε), αλλά αποτελεί μια απόπειρα εισχώρησης στα βάθη της συνείδησης των χαρακτήρων. Ο Χριστόπουλος πλέκει τόσο σφαιρικούς χαρακτήρες –ακόμα και αν εμφανίζονται ως τύποι–,ώστε η δράση μόνη της δεν ερμηνεύει την ιδιοσυγκρασία τους. Για αυτό και ο συγγραφέας επιλέγει τον χειμαρρώδη παραληρηματικό λόγο. Το ύφος μοιάζει σαν ποταμός που αποκαλύπτει τις βαθύτερες σκέψεις των χαρακτήρων. Αξιοποιεί την τεχνική του επιμήκους λόγου ακριβώς για να οικοδομήσει τους χαρακτήρες του έργου και να αναδείξει την ειρωνεία που απλώνεται σαν ιστός γύρω από τη ζωή τους.
Διαβάστε περισσότερα