Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

 

 

Το 1961, όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στα Γιάννενα, πήγα στη Θεσσαλονίκη για να γνωρίσω τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον οποίο διάβαζα και εκτιμούσα.  Του είχα ήδη ταχυδρομήσει ορισμένα μου ποιήματα και του είχαν αρέσει, όπως και στη γυναίκα του, τη Νόρα, η οποία αμέσως μού έκανε το τραπέζι και μου φέρθηκαν πολύ φιλόξενα.  Ο Αναγνωστάκης λίγο καιρό μετά τα έστειλε και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νέα Πορεία», τα οποία αποτελούν και την πρώτη μου εμφάνιση στα γράμματα, όπως με ενημέρωσε κάποτε ο Αλέξανδρος Αργυρίου, καθώς εγώ μέχρι τότε νόμιζα πως η πρώτη μου εμφάνιση ήταν με την πρώτη μου ποιητική συλλογή, «Συνοικισμός», το 1962. Θυμάμαι, επίσης, ότι είχα στείλει στον Αναγνωστάκη και μια φωτογραφία που είμαι στην αποθήκη του λόχου φορώντας τη στρατιωτική μου στολή και είχα γράψει πάνω σε αυτή: «Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε». Τον θεωρούσα ας το πούμε κατά κάποιον τρόπο ως «πνευματικό»« μου «πατέρα».

Από τότε αρχίσαμε μια μικρή αλληλογραφία και μια κατά καιρούς τηλεφωνική επικοινωνία. Του ταχυδρομούσα ορισμένα πράγματα που χρειαζόταν και δεν έβρισκε στη Θεσσαλονίκη, όπως ένα τεύχος του φιλοσοφικού περιοδικού «Δευκαλίων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Εννέα ερωτήσεις στο δάσκαλό μου (μία σύντομη συνομιλία ανάμεσα στον Σπύρο Σφενδουράκη και τον Δημήτρη Μουζάκη)

Ο δάσκαλός μου είναι τώρα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Δεν είναι, όμως, το πλούσιο βιογραφικό του που ενδιαφέρομαι να καταθέσω εδώ, προλογίζοντας τη σύντομη συνομιλία που είχα μαζί του για επίκαιρα και μη ζητήματα, αλλά να θυμηθώ τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου για εκείνον. Υπήρξα προπτυχιακός φοιτητής σε τρία διαφορετικά Τμήματα (Νοσηλευτικής, Βιολογίας και Φαρμακευτικής) και βρέθηκα σε αμφιθέατρα με πανεπιστημιακούς δασκάλους ποικίλων ειδικοτήτων. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι ανεπαρκείς στα διδακτικά τους καθήκοντα (από έλλειψη ενδιαφέροντος; ταλάντου; κινήτρου;) και συνήθως αλαζόνες έως γραφικότητας. Όχι ο Σπύρος, όμως- ο δάσκαλός μου κινείται στον αντίποδα της υπεροψίας. Τον θυμάμαι με γνήσια νοσταλγία να φτιάχνει καφέ και για τους δυο μας, να καπνίζουμε ένα χωράφι σιγαρέττα στο γραφείο του και να με μαθαίνει Βιολογία: πρώτα πώς θα γράψω ένα επιστημονικό κείμενο, έπειτα πώς θα χρησιμοποιήσω ένα πρόγραμμα στατιστικής επεξεργασίας, κι ύστερα -εδώ είναι το ζουμί- τί σημαίνει η φράση “είμαι το σώμα μου”. Η Βιολογία με τον Σπύρο έπαυε να είναι αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, ανθικοί τύποι και αναπαραγωγικά μερίσματα, και γινόταν βαθιά κοσμοθεωρητική εμπειρία, μέσω της οποίας άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου και τα πράγματα αλλιώς. Χαιρόμουν παροιμιωδώς να διαφωνώ μαζί του, διότι μετά από κάθε τέτοια διαφωνία, μου δινόταν η ευκαιρία να εμβαθύνω τόσο στις αμφιβολίες μου όσο και στις βεβαιότητές μου. Έτσι θα τιτλοδοτούσα και τη σύντομη συζήτηση που είχαμε: μια έξοχη ευκαιρία στην εμβάθυνση των αμφιβολιών και των βεβαιοτήτων, σε μια περίοδο γιομάτη σύγχυση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θεόδωρος Μαρσέλλος, «Ο κλέφτης του σπιτιού μου», Κύπρος, 1974

Ήτανε κάτι που το φοβόντανε. Τρέμανε μάλιστα την ώρα που ήτανε να γίνει. Στο μεταξύ τούς παρηγορούσε η αοριστία της αμφιβολίας. Ο πατέρας, πριν πεθάνει, τους έλεγε πάντα πως το κακό θα ’ρχόταν απ’ εκεί κάτω. Απ’ το μπροστινό μαγαζί, σαν αυτός που το κράταε αποφάσιζε να σηκώσει ανώγι απάνωθέ του, έτσι που να κλείσει το φως και τον αέρα της βεράντας του σπιτιού. Κι όταν λέγανε σπίτι, αυτήν εννοούσαν.

Απάνω την σκέπαζε η ψήλη στέγη, που ’σβηνε μπρος στην κάμαρα με τις κολόνες στα πλαϊνά. Κάτω χαμηλά την προστάτευε το φαρδύ πεζούλι με τις γλάστρες των λουλουδιών και τα δοχεία με τον δυόσμο και τον μαϊντανό. Ένα πουλάκι στο κλουβί του, γέμιζε τη μέρα με χαρούμενους τόνους κι από το άνοιγμά της ερχόταν το φως κι η δροσιά κι αγνάντευε κανείς τα σπίτια και πέρα τον κάμπο, με τα περιβόλια και τ’ αμπέλια.

Καθόντανε εκεί τα βραδάκια του καλοκαιριού και τρώγανε. Έτσι που το φανάρι της μέσης φώτιζε αχνά, μπορούσαν και ξεχώριζαν τ’ αστέρια στον ουρανό κι απολαύανε τις δροσερές αύρες, που φτάναν από κάτω. Στην επίγειαν ευδαιμονία της ώρας εκείνης, ο καθένας ξανοιγόταν σε χαρούμενες κουβέντες, έκανε σκέψεις, κι άθελά του έφτανε σε συμπέρασμα για τον ρόλο της βεράντας στην ξεκούραση της ζωής, ενώ σύγκαιρα η μελαγχολική σκέψη της στέρησής της, όσο μακρινή και απίθανη κι αν φαινόταν, τους κεντούσε ενοχλητικά την καρδιά. Στην αρχή το συζητούσαν μεταξύ τους δειλά. Μετά, σαν από μια σιωπηρή σύμβαση, αποφασίσανε να μην το εμπιστεύουνται ο ένας τ’ αλλονού. Θα θέλανε μάλιστα να μην το σκέφτουνται καθόλου, μόλο που ’ρχόταν και πιότερο στη σκέψη τους.  Και μονάχα ο γερο-θείος, που βρισκόταν εκεί ανάμεσα τους, φαινόταν, έτσι παράδοξα, να μην συνωρίζεται  κάτι από τα νοήματά τους. Αποτραβιόταν νωρίς από το φαγητό στη φαρδιά, χαμηλή καρέκλα της άκριας κι εκεί, μέσα από τα θαμπά του μάτια, αφηνόταν σε μια ξέγνοιαστη ρέμβη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Εννέα ερωτήσεις σε ένα σπουδαίο Έλληνα (μία σύντομη συνομιλία ανάμεσα στον Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη και τον Δημήτρη Μουζάκη)

Έγινε ευρύτερα γνωστός στην Ελλάδα ως «γκουρού των αρνητών της πανδημίας», αφού εξέφρασε ευθύς εξαρχής την αντίθεσή του στα οριζόντια απαγορευτικά (άρα στεκόταν απέναντι από τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις), δεν έδινε σύσταση για τον εμβολιασμό των παιδιών και των νέων, αλλά των ηλικιωμένων και των ευπαθών ομάδων (άρα στεκόταν απέναντι στις σύγχρονες εικονομαχίες με φόντο τα εμβόλια), δεν προσέβαλε τους αρνητές, όπως πολλοί συνάδελφοί του, αλλά στόχευε απερεγκλίτως με τις παρεμβάσεις του στην αποπόλωση του πανδημικού κλίματος─ και, φυσικά, τα μέσα και οι καλοθελητές, αντί να εκτιμήσουν τις δημόσιες παρεμβάσεις του και την έντονη ερευνητική του δραστηριότητα στα ζητήματα της πανδημίας, φρόντισαν να διαστρεβλώσουν τις τοποθετήσεις του και να τις εργαλειοποιήσουν για την εξυπηρέτηση ταπεινών κινήτρων. Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που έλαβα από τον Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη το απήλαυσα περισσότερο από το πρώτο, αφού προς μεγάλη μου χαρά διαπίστωσα ότι ο λόγος του ποιητή είναι εξίσου διατρητικός με το λόγο του επιστήμονα.

-Aν το πόσους και σε ποιο βαθμό συγκινεί ένα ποίημα μπορεί να μετρηθεί με τη βοήθεια της νευροφυσιολογίας και της στατιστικής, μπορεί να ποσοτικοποιηθεί η αισθητική;

Ευτυχώς όχι. Βέβαια η επιστήμη με την περιέργειά της δεν αφήνει πέτρα αγύριστη, άρα τα έχει βάλει και με την ποίηση για να την αποδομήσει. Για παράδειγμα, μια μελέτη χρησιμοποίησε 13 εθελοντές, καθηγητές και σπουδαστές στο τμήμα αγγλικής φιλολογίας, και τους έβαλε να διαβάσουν ετερόκλητα πράγματα: ένα άχαρο τεχνικό εγχειρίδιο, αποσπάσματα από μυθιστορήματα, σονέτα, καθώς και το αγαπημένο τους ποίημα. Οι ερευνητές παρακολουθούσαν την εγκεφαλική λειτουργία με fMRI. Όλα τα κείμενα ενεργοποιούσαν περιοχές που σχετίζονται με την ανάγνωση, αλλά στα συναισθηματικά φορτισμένα κείμενα «ανάβανε» και άλλες περιοχές, αντίστοιχες με εκείνες που διεγείρονται όταν ακούμε μουσική και μας πιάνει ανατριχίλα. Όμως η ποίηση ερέθιζε ειδικότερα περιοχές στον έσω κροταφικό λοβό και στον οπίσθιο φλοιό της έλικας του προσαγωγίου, εντοπίσεις που έχουν συνδεθεί και με την ενδοσκόπηση. Μια άλλη μελέτη μέτρησε πόσες φορές εθελοντές εμφανίζουν ανόρθωση τριχών ακούγοντας ένα ποίημα. Αν το ερευνητικό θέμα σας προκαλεί θυμηδία, θα πρέπει να απολογηθώ ότι στην επιστήμη συχνά ασχολούμαστε με όλων των ειδών τις τρίχες. Μάλιστα επιστήμονες παντοειδώς Τριχολόγοι απολαμβάνουν μεγάλης αναγνώρισης, τόσο ακαδημαϊκής όσο και ─ ειδικά στις σκοτεινές μέρες της πανδημίας ─ ευρύτερα τηλεοπτικής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Αριστοφάνη, «Αχαρνείς»- Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές (Βασίλης Πανόπουλος- Ζοζεφίνα Τζονάκα / μουσική: Βασίλης Πανόπουλος), εκδ. Αρμός, 2021

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(Βρισκόμαστε στην Πνύκα. Είναι άδεια. Εμφανίζεται ο Δικαιόπολης με μπαστούνι. Κρατά ταγάρι. Τραγουδά.)
Ω, τάλαινα καρδία

(ΤΡΑΓΟΥΔΙ)
Θα ΄ρθουν αργοπορημένοι
στην Πνύκα οι διεφθαρμένοι.
Μόνος εγώ και περιμένω
σαν κάρβουνο αναμμένο.
Πότε θα ΄ρθουν και ν΄αρχίσουν,
για ειρήνη να μιλήσουν;

Ω, τάλαινα καρδία,ο πόλεμος είν΄ η αιτία.
Δήμος κι Εκκλησίαστην Πνύκα παίρνουν απουσία.
Τι κοροϊδία!

Ώρα να τους ξεφτιλίσω,
μ ένα γιούχα θα αρχίσω.
Μόνος εγώ κι αναστενάζω,
με την τύχη μου τα βάζω.
Πιο καλά ’ταν στο χωριό μου,
στην κυρά μου και στο βιος μου.

Ω, τάλαινα καρδία,ο πόλεμος είν΄η αιτία.
Δήμος κι Εκκλησία, αυτοί είναι σκέτη τραγωδία.
Τι κωμωδία!

Διαβάστε περισσότερα