Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η Πάπισσα Ιωάννα», 1866

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Ο μέγας Κάρολος, αφού περιέδραμε την Ευρώπην θερίζων δάφνας και κεφαλάς διά της μακράς του σπάθης, αφού έπνιξεν, ετύφλωσεν ή εστρέβλωσε τα τρία τέταρτα των Σαξώνων, αποκτήσας ούτω την υποταγήν και το σέβας των επιζώντων, ανεπαύετο τέλος επί των τροπαίων του εις Ακυίσγρανον, πόλιν περίφημον διά τα άγια λείψανα και τας βελόνας. Τα πάντα εβάδιζον κατ’ ευχήν εν τη απεράντω αυτοκρατορία· ο σοφός Αλκουίνος έλουεν εις το ύδωρ του βαπτίσματος τους ρυπαρούς του Καρόλου υπηκόους, έκοπτε τα κόκκινά των γένεια και τα μακρά ονύχια και ανοίγων αυτοίς της ανεξαντλήτου σοφίας του τον θησαυρόν έτριβε του ενός τα χείλη διά του μέλιτος του ιερού λόγου, έτρεφεν άλλον με της γραμματικής τας ρίζας και τρίτον εδίδασκεν ότι των χηνών τα πτερά, διά των οποίων καθίστα ταχύτερα τα βέλη, ήσαν και προς γραφήν επιτήδεια.
Ο δ’ ευτυχής αυτοκράτωρ διήνυεν αφρόντιδας ημέρας, μετρών τα ωά των ορνίθων του, τακτοποιών τα ωρολόγια και τα κράτη του, παίζων μετά των θυγατέρων του και του ελέφαντος, ον έλαβε δώρον παρά του καλίφου Αρούν, καταδικάζων εις μικρόν πρόστιμον τους φονείς και ληστάς και απαγχονίζων εις τα δένδρα του κήπου του όσοι των υπηκόων έτρωγον κρέας την Παρασκευήν ή έπτυον μετά την μετάληψιν.
Αλλ’ ενώ ο ευσεβής Κάρολος, όστις, καίτοι μη εξεύρων να γράφη, εγνώριζεν όμως την κλασικήν αρχαιότητα, επανέλεγε καθ’ εκάστην:

Haec mihi Deus otia fecit,

οι Σάξωνες ανήγειρον πάλιν την θρασείαν και ακτένιστον κεφαλήν των και βυθίζοντες την χείρα εις το αίμα ουχί ταυρείων, αλλ’ ανθρωπίνων θυμάτων, ώμνυον εις τον Tουίτονα, τον Ιρμινσούλ και Αρμίνιον ή ν’ αποσείσωσι τον καρόλειον ζυγόν ή διά του αίματος αυτών να φυράσωσι του Άλυος και Βισούργιδος τας όχθας. Ήλθεν, είδε και ενίκησε κατά το σύνηθες ο άμαχος αυτοκράτωρ διά της λόγχης εκείνης, ην κατά τους Ευαγγελιστάς εβύθισεν ο Ρωμαίος στρατιώτης εις του Σωτήρος την πλευράν, ο δε αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανισθείς καθ’ ύπνους τω Καρόλω εναπέθεσεν επί της κλίνης του, ίνα κατά τους χρονογράφους ανταμείψη αυτόν, διότι και από εψημένου και από ωμού κρέατος απέχων την Τεσσαρακοστήν εκοιμάτο μόνος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«CABALLO VERDE PARA LA POESÍA: Το ποιητικό περιοδικό του Πάμπλο Νερούδα» (γράφει ο Στέργιος Ντέρτσας] [Α’ ΜΕΡΟΣ]

CABALLO VERDE PARA LA POESÍA:

Το ποιητικό περιοδικό του Πάμπλο Νερούδα στην Μαδρίτη της γενιάς του 27, τις παραμονές του Εμφυλίου Πολέμου

`

Στις αρχές του 1934 ο Πάμπλο Νερούδα φτάνει στην Ισπανία• πρώτα ως απεσταλμένος του πολιτιστικού τομέα της πρεσβείας της Χιλής, στη Βαρκελώνη, και στη συνέχεια ορίζεται γενικός πρόξενος της Χιλής και ο επόμενος προορισμός του είναι η πολυπόθητη  για αυτόν Μαδρίτη, την οποία έχει λατρέψει και αγαπήσει από την πρώτη του επίσκεψη εκεί, το 1927. Η υποδοχή που θα του επιφυλαχθεί είναι θερμή και άμεσα θα ενσωματωθεί στους κόλπους των ποιητών  της γενιάς του 27 που βλέπουν στο πρόσωπο του και στο ελάχιστα γνωστό έως εκείνη τη στιγμή  έργο του έναν πρωτοπόρο σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη διεύρυνση των οριζόντων της ποιητικής έκφρασης και της ποιητικής τέχνης εν γένει. Εν ολίγοις, αλλαγές και ρηξικέλευθες προστάσεις που, σε γενικές γραμμές, και οι ίδιοι πρεσβεύουν. Είναι χαρακτηριστικό πως κατά την άφιξή του στον σταθμό της Μαδρίτης είναι ο ίδιος ο Λόρκα, με τον οποίο είναι ήδη φίλοι,  που θα τον περιμένει για να τον υποδεχτεί.

Για τον λογοτεχνικό κόσμο της Ισπανίας, ο ερχομός του Νερούδα, σηματοδοτεί ένα γεγονός μεγάλου βεληνεκούς,  ανάλογο με τον ερχομό του Ρουμπέν Νταρίο στις αρχές του αιώνα, τότε που η Μαδρίτη δεν είχε την αίγλη που είχε τη δεκαετία του 30, κι ενώ έχουν μεσολαβήσει παρόμοιες επισκέψεις όπως αυτή  Βισέντε Ουιδόμπρο και του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Ο ποιητής θα διαμείνει  στο διαμέρισμα του 5ου ορόφου του περίφημου συγκροτήματος κατοικιών  Casa de las Flores  , σύμβολο της αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας της εποχής, που το βρίσκει χάρη στη μεσολάβηση του Ραφαέλ Αμπέρτι. Το σπίτι θα γίνει τόπος συχνών λογοτεχνικών μαζώξεων  κι από κει θα περάσουν κατά καιρούς πολλοί σπουδαίοι δημιουργοί της εποχής, μεταξύ των οποίων και ο Miguel Hernández που εκεί θα γράψει αρκετά από τα ποιήματά του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Τα δυο Γάμα»

 

 

Α

Κανείς στη Διεύθυνση δεν ήταν σίγουρος αν οι δυο τους ήταν όντως ζευγάρι. Οι υποψίες πάμπολλες, τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν στους διαδρόμους και στα γραφεία, και παρ’ όλα αυτά το μυστήριο της σχέσης τους παρέμενε ορφικών διαστάσεων.

«Αδυνάτων αδύνατο! Τι κοινό μπορεί να ‘χουν αυτοί οι δυο;» έλεγε ο ένας.

«Μα τους είδα με τα μάτια μου, να κρατιούνται χέρι-χέρι» απαντούσε η άλλη.

Πάντως κοινό σημείο και των δυο – θα το ‘λεγες και σημαδούρα – ήταν οι πλούσιοι λιπώδεις ιστοί που διέθεταν και φρόντιζαν ν’ αναδεικνύουν με τις ενδυματολογικές επιλογές τους. Ήταν, φαίνεται, περήφανοι που με τόσους κόπους και θυσίες κατάφεραν τελικά ν’ αναρριχηθούν στη συμπαθέστατη τάξη των υπέρβαρων. Λίγο είναι; Κατά τ’ άλλα, όχι, δεν είχαν κάτι κοινό. Η Γάμα ήταν αναρχοκουλτουριάρα του συρμού, ή μάλλον αναρχοθεούσα, αν κρίνεις από το κομποσκοίνι που κρέμαγε απ’ την τσάντα της. Ο Γάμα; Ένας στομαχο-είλωτας,στοιχισμένος στην ανεξίτηλη γραμμή κάποιου αριστερού κόμματος. Η Γάμα φρόντιζε μαλλί και νύχια, ο Γάμα δεν είχε μαλλί εξόν από δυο τούφες στο σβέρκο όλες κι όλες, όμως τα νύχια στα πόδια του θα τα ζήλευε ακόμα και κόνδορας, έτσι όπως πρόβαλλαν απειλητικά μέσα από κάτι λιωμένα πέδιλα που δεν τα ‘βγαζε ούτε τον χειμώνα. Άλλες διαφορές; Πενήντα plus και οι δυο, η Γάμα διέθετε πλούσια γκαρνταρόμπα με ό, τι πιο κακόγουστο μπορεί να φορέσει μια ευτραφούλα. Αντίθετα, ο Γάμα δεν είχε τέτοια μεταφυσικά διλήμματα. Βρωμίλος όπως ήταν, του αρκούσανδυο τζην παντελόνια κι άλλα τόσα πουκάμισα, ενώ έδινε συχνά την εντύπωση πως δεν φοράει ρούχα από ύφασμα αλλά από κοντραπλακέ, αφού απ’ τον ιδρώτα και τη σκόνη θα μπορούσαν, θαρρείς, να σταθούν από μόνα τους όρθια. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που κυκλοφορούσε στα γραφεία, κάθιδρος σα λιμενεργάτης, αν δεν προλάβαινες να τον δεις να ‘ρχεται από μακριά, όπως μια αδέσποτη λέμβος μεσοπέλαγα, σίγουρα θα τον μύριζες. Καθόλου εύκολο να ξεχάσεις τέτοια εμπειρία! Και να ‘θελες δηλαδή, δε θα το επέτρεπε ο ίδιος, εφόσον θα σε πλησίαζε σε απόσταση αναπνοής, και πριν ακόμα προλάβεις να φύγεις τρέχοντας, μ’ ένα βλέμμα όλο μυστικοπάθεια θ’ άρχιζε την πάρλα για ό, τι πιο άσχετο και κοινότοπο χωράει ανθρώπου νους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η ένδον Μικρά Ασία του Ηλία Βενέζη. Προτάσεις ερμηνείας με επίκεντρο την ασάλευτη προσήλωση στο όραμα της χαμένης πατρίδας» (γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)

 

 

Αν η πατρίδα δεν είναι το κράτος, ούτε το όποιο «εθνικό» ιδεολόγημα· αν η πατρίδα εμπειρικά αισθητοποιεί την οικείωση του κοινωνικού γεγονότος μέσα από σχέσεις αμεσότητας, τρυφερής εγγύτητας, ερωτικής συνάφειας με τον τόπο και τους ανθρώπους· αν η πατρίδα ως ολοκληρία σχέσεων μορφοποιεί δεσμούς φιλίας συναγωγούς και συγκροτεί την ιστορική συλλογική συνείδηση· αν η πατρίδα σμιλεύει την αλήθεια της στο βάθος του χρόνου σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτισμικής της ανάπτυξης και σαρκώνεται στη μήτρα της κοινής- πάτριας γλώσσας, τότε, για τον μελετητή του έργου του Ηλία Βενέζη[1] αποτελεί μιαν εύγλωττη διαπίστωση το γεγονός ότι αυτή η πατρίδα και η εσωτερικευμένη αλήθεια της, η ένδον Μικρά Ασία, εμπνέει και διαπνέει σύνολη τη δημιουργία του.

Γεννημένος στο ξακουστό Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, τέταρτο κατά σειρά από επτά παιδιά, μεγαλώνει σε ένα ήρεμο και πατριαρχικό περιβάλλον που τα καλοκαίρια τού παρέχει τη δυνατότητα της οικογενειακής απόδρασης στο μεγάλο τσιφλίκι του πάππου του, στην καρδιά του αιολικού κάμπου, που απλώνεται στα πόδια των Κιμιντένιων, μιας σειράς βουνών, τυλιγμένων με την αχλύ του μύθου, απέναντι από τη Λέσβο. Σε αυτά τα πρώτα παιδικά χρόνια, η προσφιλής αιολική γη, με τα αστικά και αγροτικά της ερεθίσματα, τις πατρογονικές παραδόσεις, άλκιμες και δεσπόζουσες στο ιστορικό του παρόν, μέσα από τη δυνατή αλληλουχία μιας αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας, και τη μοναδική συναρπαγή που επεφύλασσε στην αγνή παιδική ματιά η ερωτική σχέση μ’ έναν αφτιασίδωτο στο κάλλος του φυσικό κόσμο, αυτή η γη, ως ιδιαίτερα χαρισματικός τόπος, αρχίζει και υφαίνει το μαγνάδι μιας άλλης Ινούς, για την αποκάλυψη εκείνης της πατρίδας, που πάντα ως τρόπος θα είναι για το Βενέζη και η ζήση του και το όραμά του και η αδιαφιλονίκητη πρόταση ζωής.

Και για την καταγωγική δύναμη αυτού του τρόπου που ορίζει και ξεχωρίζει την πατρίδα ως διαρκή παρουσία γονιμοποιού σχέσης ακατάλυτης στον χρόνο, με ιδιαίτερα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, να τι λέει ο ίδιος ο Βενέζης: « σα γεννηθήκαμε εμείς κι αρχίσαμε να μεγαλώνουμε οι γονοί μας δεν μάς μαθαίνανε μόνο να πιστεύουμε. Μάς μαθαίναν και να ονειρευόμαστε. Μάς παίρναν απ’ το χέρι και μάς ανεβάζανε στα βουνά της πατρίδας μας, ψηλά στην κορφή, και μάς δείχναν πέρα κατά τη θάλασσα. Εκεί, πέρα απ’ τη θάλασσα ήταν η Ελλάδα. Μάς τη ζωγραφίζανε με χρώματα απίστευτα, μάς λέγανε το παραμύθι της, μάς τη βάζαν στη καρδιά μας. Και μάς μαθαίναν να περιμένουμε. Γιατί πια λέγανε η ώρα ήρθε. Να ‘ρθει η Ελλάδα στην αρχαία κοιτίδα του Ελληνισμού, ο Ελληνισμός να γίνει πάλι ενότητα  μια, απ’ τη μια και την άλλη όχθη του Αιγαίου. Έτσι λέγανε. Και περιμέναμε». (1)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Ελευθερίου, «Μαύρα Μάτια/ Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920», εκδ. Μεταίχμιο, 2013

Σήμερα συμπληρώνονται 4 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου

`

Αποσπασματα

`

Τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Μάρκου, το μπουζούκι του μπάρμπα και η γκάιντα του πατέρα
«Αυτό που με βασανίζει είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα σε κάθε άνθρωπο» -Σεντ Εξιπερί
Οι πρώτες μουσικές ακροάσεις των παιδικών χρόνων του Μάρκου Βαμβακάρη στη Σύρα είναι όσες άκουγε καθώς «τον έτρεφε γλυκά το γάλα της μητρός του». Είναι εικόνες και ήχοι πανηγυριών, γάμων, διασκεδάσεων και φυσικά οι θρησκευτικοί ύμνοι με το αρμόνιο στις εκκλησίες της Ανω Σύρας.

`

H Φιλαρμονική Μουσική Εταιρεία της Σύρου.
Ασφαλώς κράτησε πολλά από κείνα τα χρόνια. Υπολογίζω ότι εκεί στα πέντε του χρόνια θα τον κυρίευσε το πάθος της μουσικής χωρίς να το θέλει και χωρίς να το ξέρει, καθώς βρέθηκε ανάμεσα στην «πρωτόγονη» μουσική ερασιτεχνών συγγενών του και, λίγο αργότερα, στην «έντεχνη», είτε την άκουγε μέσα από τα στοιχειωμένα σπίτια της Ερμούπολη είτε από τα γραμμόφωνα και τις λατέρνες που είχαν κατακλύσει το νησί.
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε οπωσδήποτε και όσα άκουγε, λίγο αργότερα, από τις μουσικές κομπανίες, και ιδίως από τις συναυλίες των «Φιλόμουσων Σύρου» στη μαρμάρινη μουσική εξέδρα της κεντρικής πλατείας της Ερμούπολης.
Τα πρώτα όργανα που ονομάζει στη σπαρακτική «Αυτοβιογραφία» του είναι η γκάιντα και το μπουζούκι. Γκάιντα έπαιζε ο πατέρας του και μπουζούκι κάποιος μπάρμπας του. Αμέσως μετά εμφανίζεται η φυσαρμόνικα. Επαιζε κάποιος συγγενής του. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν πια είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, θα επαναφέρει στο μυαλό του το αρμόνιο, που βέβαια τις πρώτες του μελωδίες τις άκουσε στις συριανές καθολικές εκκλησίες της Ανω Σύρας.
Ο καημός του: «Είχαμε ωραία τροπάρια, καθολικά δηλαδή, όμως δεν μπόρεσα να τα μάθω, δεν πρόκανα να τα μάθω. Εφυγα». Μα δεν έφυγε μωρό. Εφυγε από τη Σύρα 14 -15 χρονών και είχε όλο τον καιρό να τα μάθει. Απλώς μαζί με όλα τα άλλα εγκατέλειψε και την εκκλησία. Πρόλαβε όμως να συνομιλεί με τους αγγέλους…

Διαβάστε περισσότερα