Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Ο Άνθρωπος που πίστευε πως ήταν Σκύλος»

Κανείς δεν καταλάβαινε τον καθηγητή Κυνάδη. Τι και αν προσπάθησε…Ούτε τον γάτο του δεν κατάφερε να πείσει ότι είναι μια σπάνια περίπτωση μετενσαρκωμένου βασιλικού σκύλου! Όσο και να ήθελες, ήταν αδύνατο να τον εντάξεις σε μια τόσο ιδιαίτερη καρμική κατηγορία. Μόνο εξαιτίας της δυνατής του όσφρησης; Ή για τα αλλόκοτα όνειρα που έβλεπε; Εξάλλου η επιχειρηματολογία του κατέληγε πάντα σε αόριστες δηλώσεις, όπως για παράδειγμα: το παρελθόν μας είναι σκοτεινός ωκεανός, ή όλοι μοιραζόμαστε τη μυστική ψυχή του σύμπαντος. Καθόλου παράξενο λοιπόν που φίλοι και γνωστοί άρχισαν νʼ αναθεωρούν τη γνώμη τους γιʼ αυτόν και να πιστεύουν πως ο συμπαθής καθηγητής είναι λίγο-πολύ παράφρονας.
Πιο πολύ απ’ όλους είχε τρομάξει η γυναίκα του. Τον τελευταίο καιρό της γάβγιζε διαρκώς. Η αδυναμία της να του απαντά σε σκυλίσια διάλεκτο ξεπερνούσε την υπομονή της. Γάμος σε κρίση…! Άσε που το έβρισκε εκνευριστικά γελοίο να ψωνίζει σκυλοτροφές για τον άντρα της! Σε ποιόν να εμπιστευτεί η καημένη τις ανησυχίες της; Μόνο σε μια καλή της φίλη τολμούσε να μιλήσει.
«Άκου που σου λέω, παλάβωσε τελείως!» της έλεγε ένα μεσημέρι στο τηλέφωνο. «Χθες βράδυ ήρθε στο κρεβάτι μ΄ ένα τεράστιο κόκαλο κι ήθελε να παίξουμε. Εκνευρίστηκε κιόλας, γιατί έβαλα τις φωνές. Ο αθεόφοβος…αποκοιμήθηκε με το κόκαλο αγκαλιά. Δε ξέρω που θα πάει αυτή η κατάσταση…Θα τον χωρίσω! Νέα είμαι ακόμη. Μα να παριστάνω τη σκύλα! Πού ακούστηκε αυτό; Κλείνω τώρα. Τον ακούω να έρχεται…».
«Χαιρετώ την πιο όμορφη σκυλίτσα του κόσμου!» της δήλωσε, τη στιγμή που αυτή κατέβαζε το ακουστικό.
«Σου ‘χω πει, μʼ εκνευρίζει αφάνταστα να με λες σκύλα! Φτάνει πια!»
«Αφού με διάλεξες, τι άλλο θα ʽσουν; Γααβ!»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μίμης Σουλιώτης (1949-2012) , «Ένα άσπρο πρωϊνό σακάκι»

 

 

 

 

«Οι διακοπές που έκαμε το καλοκαίρι του 1901 ο Κ.Π. Καβάφης διαθέτουν το ακόλουθο ασύγκριτο πλεονέκτημα: Φαίνονται τόσο τετριμμένες ώστε να μπορεί να τις υιοθετήσει και να τις μιμηθεί ο οποιοσδήποτε το θελήσει, αρκεί βέβαια να διαθέτει το στοιχειώδες περιηγητικό (και όχι παραθεριστικό) ήθος. Πρόκειται για τις διακοπές ενός σοβαρού και ισορροπημένου ανθρώπου, που ωστόσο θα φαίνονταν συμβατικές και πληκτικές με τα ισχύοντα τουριστικά κριτήρια. Γιατί ποιος επαρχιώτης ή Αθηναίος θα διανοούνταν να ανηφορίσει με το καβαφικό κουράγιο ή έστω με τη συλλογική ορμή των ιαπώνων τουριστών ψηλά στην Ακρόπολη αψηφώντας το πύρωμα του «θείου Ιούλιου μήνα»; Και εν τούτοις ο αιγυπτιώτης ποιητής σεργιάνιζε στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και περιεργαζόταν προθήκες μαγαζιών και προσόψεις με θερμοκρασίες που ξεπερνούσαν κατά πολύ τους 40 βαθμούς Κελσίου. Να τα πάρουμε όμως με τη σειρά.

Ενας μανιωδώς υπολογιστής ποιητής που θα ήθελε να είναι συνεπής με τον εαυτό του δεν ξεκινά τις διακοπές απλώς «για να ξεσκάσει». Τις προσχεδιάζει και ως έναν βαθμό τις πραγματοποιεί έτσι ώστε να συνδυάζουν το ιδιωτικό τερπνόν μετά του περιηγητικού ωφελίμου. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις θερινές διακοπές του Αλεξανδρινού στην Αθήνα, οι οποίες διήρκεσαν, σύμφωνα με τις αυτόγραφες ημερολογιακές εγγραφές του, από τις 12 Ιουνίου ως τις 5 Αυγούστου του έτους 1901.

Προνοητικός, μα και για λόγους αρχής, ο Καβάφης ξεκινά το στα αγγλικά κρατημένο ημερολόγιο των δίμηνων διακοπών του προτάσσοντας τον στόχο, που είναι συνάμα και μια προειδοποίηση εις εαυτόν: «Τούτο εδώ προορίζεται για ημερολόγιο συμβάντων και όχι εντυπώσεων ή ιδεών. Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίστροφο. Είναι στη φύση των ημερολογίων να γίνεται καμιά φορά εντελώς το αντίθετο από εκείνο που περιμέναμε ή που σκοπεύαμε να κάνουμε». Και, για να διευκρινίσει τον στόχο, ο εκδότης και μεταφραστής του Ημερολογίου στα ελληνικά Γ. Παπουτσάκης σημειώνει: «Σκοπός του [Καβάφη] ήταν, χρησιμοποιώντας την υπηρεσιακή του άδεια, να γνωρίσει κι από κοντά την πρωτεύουσα της πατρίδας του και να περάσει εκεί μερικές εβδομάδες αναψυχής με τον αδελφό του Αλέξανδρο».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Hρακλής Κακαβάνης: «Στο έργο του Βάρναλη συναντήθηκαν οι επαναστατικές ιδέες με την υψηλή τεχνική και αισθητική».

 

 

 

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

 

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του δημοσιογράφου-ερευνητή, Ηρακλή Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδ. Εντός. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως «χρήσιμο» (εξ αιτίας των άγνωστων κειμένων και τον ανεκδοτολογικών καταστάσεων που εμπεριέχει [Μία αδημοσίευτη αυτοβιογραφία του, η συμμετοχή του στο γλωσσικό ζήτημα, η σύγκρουση µε τον Ξενόπουλο, το Δελμούζο και τον Παλαμά, η κατάθεσή του στη δίκη Λουντέμη, οι παρωδίες του, ο ποιητικός “διάλογος” µε τον Καβάφη, η περίοδος της εξορίας του, τα ποιήματα που έγραψε εκεί και οι επιστολές του.] ) και «χρηστικό» (λόγω της χρονολογικης δομής του) βιβλίο, όπως εύστοχα δήλωσε και ο συνθέτης Διονύσης Τσακνής στην προχθεσινή παρουσίασή του για δημοσιογράφους και bloggers.  Το βιβλίο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη φιλολογικη και ιστορική έρευνα σχετικά με τον πολυσχιδή, ποιητή, δημοσιογράφο, κριτικό, μεταφραστή και πάνω από όλα αριστερό αγωνιστή, Κώστα Βάρναλη, «τον παππού των λαϊκών αγώνων» όπως τον χαρακτήρισε ο Γιάννης Ρίτσος.

 

 

Σ.Α.: Η επιλογή σας να ασχοληθείτε με τη ζωή και το έργο του Βάρναλη επηρεάστηκε περισσότερο από λογοτεχνικά ή πολιτικά κριτήρια δεδομένου ότι εργάζεστε σε μια εφημερίδα, «Ριζοσπάστης», με ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό και με άρρηκτη σχέση και προβολή του ποιητή ως «αριστερού δημιουργού», όπως πρέσβευε και ο ίδιος;

Η.Κ.: Η φωνή του Κώστα Βάρναλη, η «φωνή του λαού, του παππού των λαϊκών αγώνων» βρίσκει αντίλαλο βαθιά μέσα μου. Διατηρεί το φως της επανάστασης στην ψυχή και στο μυαλό μου πάντα αναμμένο. Με βοηθά να καταλάβω τις νομοτέλειες αυτού του κόσμου που θέλω να αλλάξω. Έτσι εξηγείται και αυτή η ειδική σχέση που υπαινίσσεστε.
Όμως, το ειδικότερο κίνητρο για να διερευνήσω τη ζωή και το έργο του Κώστα Βάρναλη ήταν η ενασχόλησή μου με τη γλώσσα και ειδικότερα με το γλωσσικό ζήτημα. Ήδη πριν δύο χρόνια δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέματα Παιδείας» μια εκτενής μελέτη μου για το «Δημοτικιστή Βάρναλη» και στο Επιστημονικό Συμπόσιο του ΚΚΕ τον Απρίλη του 2011 μίλησα για τη γλώσσα του Βάρναλη. Και γι’ αυτό στο βιβλίο δεν τον προσεγγίζω ως ποιητή, αλλά ως στοχαστή – διανοητή. Το έργο του είναι πολύμορφο και η προσωπικότητά του πολυδιάστατη.
Ο Βάρναλης πιστός, πιστότατος δημοτικιστής ως το τέλος της ζωής του αναδείχτηκε μαχητής της δημοτικής και απολογητής της. Πρωταγωνιστής στα Αθεϊκά του Βόλου μαζί με τον Δελμούζο και «πέτρα του σκανδάλου» στα Μαρασλειακά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ηλίας Κολοκούρης, «Ευαγγελισμός: Τη Υπερμάχω Στρατηγώ/ Συννεφιασμένη Κυριακή»

 

 

Οκτώβριος 2004. Η Αθήνα λαμπυρίζει και εθνοπανηγυρίζει, έχει μόλις ολοκληρώσει και εκβάλει από μέσα της κάθε καρπερό χυμό Ολυμπιακών Αγώνων, Euro και άλλων ηχηρών παρομοίων. Η Βαγγελιώ σπουδάζει στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κομμάτι γεμάτη. Τι κομμάτι, ένα κομμάτι είναι αλάκερη. Αλλά έχει μια τόσο αισθαντική φωνή, κάθε φορά που με καλεί στο τηλέφωνο αναδίδει μια οργασμική ηρεμία, σα να μιλά μοναχή εν Χριστώ αδελφή εργαζόμενη σε ροζ τηλέφωνο. Γαλήνια έκφυλη. Δεν γνωρίζω αν είναι η αφήγησή της, αλλά έχω αναπτύξει μια εμμονή με τα δάχτυλά της. Όχι επί του πρακτέου βέβαια, τα κοιτώ μονάχα. Τα μακριά, λεπτά της δάκτυλα, με το γαλλικό νυχάκι και τις περιποιημένες παρωνυχίδες, το δαχτυλιδάκι στον αντίχειρα και το κομποσχοίνι στον καρπό. Θεούσα. Δεν ξέρω. Τα κοιτώ και τα ξανακοιτώ. Από τότε που μας αφηγήθηκε εμένα και του Γιάννη πάνω από έναν δίσκο με κοκκινιστό στο Εστιατόριο της Φιλοσοφικής. Πώς και τι. Τέντωνε τα δάκτυλα και μας έδειχνε. Σούφρωνε τον δείκτη με τον αντίχειρα σχηματίζοντας μια φανταστική οπή, η οποία προσομοίαζε με μία άλλη οπή του σκότους. Και με τον δείκτη του άλλου χεριού παραβίαζε εκείνη την φανταστική οπή του σκότους επανειλημμένα και αυθάδικα. Ενώ ταυτόχρονα μιλούσε με εκείνη την μελωμένη φωνή, πείθοντάς μας ότι επιτρέπεται και ότι από μικρή στο Κολλέγιο το είχε δοκιμάσει και ότι είναι ωραία πολύ. Αγαπημένος της ποιητής της Βαγγελιώς ήταν ο Ρωμανός ο Μελωδός. Σήμερα η Βαγγελιώ έχει μόλις τελειώσει την επιμέλεια στην έκδοση ενός χειρογράφου της Μονής του Εσκοριάλ, πόνημα του Λαομέδοντος Λακαπηνού, έργο περίεργο καθώς συνδυάζει την Φυσιολογία με το Χρονικό έως τον βίο και την πολιτεία του Ιωάννου του Τζιμισκή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Tρύφων Καλαμίτσης, «Εξ αναστροφής», θεατρικό έργο- Β’ Μέρος

Το Α’ ΜΕΡΟΣ εδώ: http://www.poiein.gr/archives/19740/index.html

 

3

 

 

Απόγευμα. Η Άντη μπαίνει με μια ανθοδέσμη. Ο Τζάκος γράφει στο καθιστικό. Ακούγεται σε χαμηλή ένταση η Symphony No 1/Tragic Overture του Brahms.

 

Άν: (Ψάχνοντας στην τσάντα της) Πού έβαλα το ψαλίδι;

Τζ: Αγνοώ.

Άν: (Ενώ ετοιμάζεται τελετουργικά να θυμιάσει) Κύριε…

Τζ: Ορίστε!

Άν: Α, πρέπει να μου δανείσετε 35 ευρώ.

Τζ: Πάλι;

Άν: Τι εννοείτε πάλι;

Τζ: Εννοώ πάλι!

Άν: Πρέπει να μου δώσετε 35 ευρώ! Η γυναίκα που έπλυνε τα χαλιά μου πήρε 35 και τώρα δεν έχω τίποτε.

Τζ: 35; Πολλά!

Άν: Κουράστηκε η καημένη…

Τζ: Κουράστηκε να πλύνει δυο χαλάκια; Για 35 ευρώ;!

Άν: Ναι. Πρέπει να μου τα δώσετε και αύριο θα σας τα γυρίσω.

Τζ: Δεν έχω ψιλά.

Άν: (Σκέφτεται) Δεν έχετε;

Τζ: Όχι.

Άν: Θα βγείτε απόψε;

Τζ: Ναι.

Άν: Θα μου αφήσετε 35 ευρώ στο τραπέζι;

Τζ: Πότε;

Άν: Όταν γυρίσεις!

Διαβάστε περισσότερα