Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιοχάνες Μπομπρόφσκι (Johannes Bobrowski), 2 «αφιερωματικά» ποιήματα + 2 επίμετρα (μετάφραση-επίμετρο:Θεοδόσης Κοντάκης)

Günderrode
[Die Günderrode]

Ανάσα της γης
απʼ την αυγή του κόσμου, την αρχέγονη
των άστρων εποχή, ήλιοι που κυλούν
πάνω απʼ τον χορό των λαών,
όταν ο Νότος
θροΐζει, πουλί κοκκινωπό,
στʼ απόκρημνα όρη.

Τούτο,
το τραγούδι,
πάνω στη μύτη της λόγχης
το μεταφέρεις, φίλη μου. Σʼ ανέμων πνοές
πάνω απʼ την όχθη τώρα οι φωνές
των πουλιών.

Κι όμως
σε θωρούμε
λαμπρή, μορφή ανθρώπινη
θεάς, κάτω απʼ τη βελανιδιά
καμαρωτή, μες στο φύλλωμα
η κεφαλή. Τα χέρια σου αδράχνουν
μέσα σʼ όνειρο τον ύπνο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Robert Frost, Εκπαίδευση από την Ποίηση (μετάφραση-σχόλιο: Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου)

Δεν έχω σκοπό να προωθήσω κάτι μέσα από την ομιλία μου. Δεν είμαι συνήγορος υπεράσπισης. Σκοπεύω να εξετάσω ένα ζήτημα και να επιχειρήσω μία περιγραφή. Και σκοπεύω να περιγράψω άλλα κολλέγια πέρα από το Amherst. Ή, ας πούμε καλύτερα πως κάθε τι καλό θα αφορά το Amherst· κάθε τι κακό θα αφορά άλλα κολλέγια.
Γνωρίζω ολόκληρα κολλέγια που επέβαλαν απαγορευτικό στην ποίηση – ολόκληρα κολλέγια. Γνωρίζω ολόκληρα κολλέγια όπου όλη η σύγχρονη ποίηση έχει απαγορευτεί.
Άκουσα κάποτε για έναν επίσκοπο ο οποίος πέταξε την κόρη του – την ποιήτρια κόρη του – στο δρόμο για να βγάλει το ψωμί της, επειδή έλεγε ότι δε χρειάζεται να γραφτούν άλλα βιβλία· ο Θεός έγραψε ένα βιβλίο κι αυτό ήταν αρκετό. (Ο φίλος μου George Russell, “Æ”, δεν έχει διαβάσει την προ Chaucer λογοτεχνία, ως ένα είδος ξαπλωτής διαμαρτυρίας.)
Όλα αυτά φαίνονται επαρκώς ασφαλή και μπορεί να ειπωθεί κάτι ως συμπέρασμα. Απομακρύνουν το βάρος της ευθύνης από την αναγκαιότητα αξιοποίησης της ποίησης με σκοπό να διδάξουμε στα παιδιά το οτιδήποτε. Είναι αρκετά σκληρό για την ποίηση, σκέφτομαι μερικές φορές, – αυτό που πρέπει να υποστεί κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτική διαδικασία.
Από την άλλη γνωρίζω ολόκληρα κολλέγια τα οποία, μολονότι επιτρέπουν την είσοδο στην παλαιότερη ποίηση, καταφέρνουν να αποκλείσουν οτιδήποτε ποιητικό σε αυτήν με το να το αντιμετωπίζουν σαν κάτι άλλο πέρα από ποίηση. Αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο να συμβεί. Πολλές φορές αναζήτησα τον λόγο πίσω από μια τέτοια ενέργεια. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ενδεχομένως να ωθούνται από κάποιο είδος σεμνότητας. Ποιοι είναι οι καθηγητές ώστε να τολμήσουν να διαχειριστούν κάτι τόσο υψηλό κι εκλεπτυσμένο όσο η ποίηση; Ποιοι είναι αυτοί; Υπάρχει μια συγκεκριμένη αντρίκια σεμνότητα σε αυτό.
Αυτός είναι και ο καλύτερος γενικός τρόπος για να τακτοποιηθεί το πρόβλημα· να αντιμετωπιστεί όλη η ποίηση λες και είναι κάτι διαφορετικό από ποίηση, λες και είναι σύνταξη, γλώσσα, επιστήμη. Τότε ίσως και να πλησιάζεται το αμερικανικό στοιχείο και το σύγχρονο δίχως ιδιαίτερο ρίσκο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παύλος Νιρβάνας, «Το φλουρί του φτωχού»

`
Tο πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου έπεσε βγήκε μοιρασμένο. ‘Hταν αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή αγγλική λίρα.

Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!

O πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Aφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών σταμάτησε, σαν να θυμήθηκε κάτι.

– Ξεχάσαμε, είπε, το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Aς είναι όμως. Θα το κόψω τώρα κι ύστερα θ’ αρχίσω τα κομμάτια των παιδιών. Πρώτα ο φτωχός.

Kατέβασε το μαχαίρι και είπε:

– Tου φτωχού.

Έπειτα θα ερχόταν το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Kαθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, το χρυσό φλουρί κύλησε στο τραπεζομάντιλο. Tο κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Kοιτάζαμε ο ένας τον άλλο κι ο πατέρας όλους μας.

– Ποιανού είναι τώρα το φλουρί; είπε η μητέρα μου. Tου φτωχού ή του Πέτρου; Eγώ λέω πως είναι του Πέτρου.

H καημένη η μητέρα! Tο είχε καημό να πέσει σ’ εμένα.

– Oύτε του φτωχού είναι, είπε ο πατέρας μου, ούτε του Πέτρου. Tο σωστό σωστό. Tο φλουρί μοιράστηκε. Ήταν ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Kαθώς τα χώρισα με το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Tο μισό λοιπόν είναι του φτωχού, το μισό του Πέτρου.

– Kαι τι θα γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

Tι θα γίνει; συλλογιζόμαστε κι εμείς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2017: Οι 4+ 1 κινηματογραφικές ταινίες (γράφει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης)

1. LOVING VINCENT
Ο Αρμάν Ρουλέν, γιος ενός αγαπημένου φίλου του Βίνσεντ Βαν Γκονγκ πείθεται από τον πατέρα του να παραδώσει ένα γράμμα -το τελευταίο που έγραψε ο ζωγράφος στον αδερφό του, Τεό, λίγο πριν από το θάνατό του. Ο νεαρός σιγά σιγά αρχίζει να καταλαβαίνει πόσο σημαντικός στʼ αλήθεια ήταν ο «τρελός» ζωγράφος και του γίνεται τελικά εμμονή να λύσει το μυστήριο που καλύπτει τον θάνατό του. Ήταν ένας τυχαίος θάνατος; Ήταν αυτοκτονία; Ήταν δολοφονία; Μας ενδιαφέρει και εμάς ως θεατές, φυσικά. Αλλά από ένα σημείο και πέρα καταλαβαίνεις ότι δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Το σημαντικό είναι τα χρώματα που πλημμυρίζουν αυτή την εκπληκτική ταινία και μοναδική ταινία αφού πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους που έγινε εξ ολοκλήρου με ζωγραφική στο χέρι. Χρειάστηκαν σύμφωνα με τους παραγωγούς της ταινίας 125 ζωγράφοι να βάλουν το ταλέντο τους για να ολοκληρωθεί αυτό το απίθανο επίτευγμα το οποίο ελάχιστα μπορεί να αποδοθεί με λόγια. Και δεν υπάρχει και λόγος. Μην την χάσετε.
–
Σενάριο-σκηνοθεσία: Ντορότα Κομπιέλα, Χιου Γουέλτσμαν
Πρωταγωνιστούν: Ντάγκλας Μπουθ, Έλινορ Τόμλινσον, Σίρσα Ρόναν, Τζερόμ Φλιν, Κρις ΟʼΝτάουντ
Τεχνική: Κινούμενη ελαιογραφία
Διάρκεια: 94 λεπτά

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωστής Μπαστιάς, «Τα Χριστούγεννα του Θανάση Μερτίκα», 1984

`

Είχε χρόνια να πατήσει το πόδι του σε πολιτεία.Εδώ και σαρανταπέντε χρόνια, όταν έφυγε από την Ελλάδα και πάτησε τα χώματα της Αμερικής, ξεμπαρκάρισε σε πολιτεία: στη Νέα Υόρκη. Τα πρώτα πέντε χρόνια, γύρισε δέκα μεγάλες πολιτείες, χωρίς να καταφέρει να στεριώσει σε καμιά, χωρίς να δει προκοπή. Ύστερα τράβηξε στο εσωτερικό και χάθηκε. Πεδιάδες ατέλειωτες, πλούσια λιβάδια κι ερημότοποι, που τους ψήνει η κάψα κι η αναβροχιά. Χιλιάδες μίλια σπαρμένα, κι άλλες τόσες άσπαρτες, ανόργωτες απεραντοσύνες, με μονάχα θερεμένους κάκτους, που δε χρειάζουνται νερό, για να προκόψουν.

Τώρα πάλι, ύστερ’ από σαράντα χρόνους μεροκάματο σ’ απόκοσμες φάρες, ξανάμπαινε σε πολιτεία.

Βέβαια, δεν ήταν ούτε η Νέα Υόρκη, ούτε το Σικάγο, ούτε το Λος Άντζελες. Για τούτη τη μεγάλη χώρα, η πολιτεία που ήρθε ο Θανάσης Μερτίκας λογαριάζεται χωριό, που δεν ξεπερνούσε τις πέντε χιλιάδες ψυχές. Είχε όμως όλα τα γνωρίσματα της μεγάλης πόλης, κι ας ήτανε μικρή. Είχε το ” ντραγκ – στορ “, το φαρμακείο δηλαδή, όπου έτρωγε μια ομελέτα, δυο αυγά με μπέικον, ένα σάντουιτς, ένα χέμπουργκερ, δυο λουκάνικα με μουστάρδα, παγωτό βανίλια και κόκα κόλα. Είχε το Γουλσγόρθ, δηλαδή το μαγαζί που πουλούσε ένα σωρό πράματα με πέντε και δέκα σεντς, είχε τον κλασικό τύπο του αμερικάνικου ρεστοράν, την καφετέρια, κι ένα είδος ” Ντεπάρμαντ Στορ “, όπου αγοράζεις ό,τι βάλει ο νους σου σε τιμές συμφερτικές: από εσώρουχα ως κοστούμια, γυναικεία φορέμαρα, κι από κατσαρόλες ως κρεβάτια και καναπέδες σαλονιού.

Κείνο που έκανε όμως το Θανάση Μερτίκα να κοιτάει παράξενα, ήταν τα σπίτια τα πολύπατα, κολλημένα το ένα δίπλα στ’ άλλο, κι οι δρόμοι, όπου σαν μυρμηγκιά κόχλαζε η ζωή: άντρες, γυναίκες , παιδιά` άσπροι, μαύροι, αυτοκίνητα, ποδήλατα – όλα βούιζαν, έτρεχαν, χάνονταν και ξαναγύριζαν!…Απορούσε κι ο ίδιος κι αναρωτιόνταν αν θα το πίστευε κανείς πως άνθρωπος σαραπέντε χρόνια στην Αμερική είχε χάσει την εικόνα της πολύβουης ζωής.

Κι όμως αυτό ήταν η αλήθεια. Σαράντα χρόνια ο Θανάσης Μερτίκας είχε ζήσει ανάμεσα ουρανού και γης, στην καρδιά μιας ατελείωτης πεδιάδας του Σάουθ, όπου δεν αντάμωνε άλλους ανθρώπους από τους φαρμαδόρους, που οργώνανε μαζί, που σπέρνανε μαζί, που θερίζανε μαζί και μαζί βόσκανε τα ζωντανά: γελάδια, άλογα και σκυλιά! Εξόν απ’ αυτούς, αντάμωνε και τους οδηγούς, που φέρνανε τα φορτηγά και φορτώνανε τα σπαρτά και τα γεννήματα.

Από το μέρος που ήταν η φάρμα που δούλευε, ως την πιο γειτονικιά φάρμα, χρειάζόταν πέντε γερές ώρες τρέξιμο αλόγου.

Διαβάστε περισσότερα