Στρατής Μυριβήλης, «Η κεροδοσιά»
16Απρ
Από «Το γαλάζιο βιβλίο», συλλογή 14 διηγημάτων του λογοτέχνη Στράτη Μυριβήλη, αφιερωμένη στην κόρη του Δροσούλα, που πρωτοκυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1939 από τις εκδόσεις «Πυρσός». Η συλλογή περιλαμβάνει 14 διηγήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν γραφτεί τα χρόνια 1934 και 1935 και πρωτοδημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Πρωία», στη στήλη «Το διήγημα της Κυριακής», την οποία κρατούσε ο συγγραφέας.
******************
Απόσπασμα
[…] -Θα σας πω κάτι που θα γελάσετε. Αγόρασα από την καντίνα του Συντάγματος δέκα μικρά σπαρματσέτα, ν΄ανάψουμε για την κεροδοσιά του Πάσχα. Τα έχω τυλιγμένα εκεί μέσα στο κουτί της μουτσούνας που βάζουμε το αλατοπίπερο. Κάναμε χαρές γι αυτό. Ο Φύκος που ήταν από την Αγιάσσο θυμήθηκε τη μεγάλη κεροδοσιά της Λαμπρής,που γίνεται στο μεγάλο πρόκλιτο της Παναγιάς της Αγιασσοτούλας. Κατεβαίνουν όλες οι κοπέλες με τα μεταξωτά τους τα σαλβάρια και με τα φλουριά και με τις στολισμένες λαμπάδες τους. Κορδέλλες ασπρες και κόκκινες και γαλάζιες και άσπρα λουλούδια.Και σα γίνει η κεροδοσιά,ανάβουν όλες τους, χιλιάδες κοπέλλες,και φέγγουν μόνο τα όμορφα πρόσωπά τους και τα φλουριά τους μέσα στη νύχτα. Τα παλικάρια αδειάζουν τα ντουφέκια κι οι κοπέλλες ξεφωνίζουν τρομαγμένες. Τα φαρδιά σαλβάρια τους τρίζουν μέσα στην εκκλησία,σαν το σούσουρο που κάνουν οι φυλλωσιές ή τα μικρά κύματα σαν σέρνονται στην άμμο.
Λοιπόν θα μας έλεγε ο Τζανής όλη την Ακολουθία του Πάσχα και θα λέγαμε όλοι μαζί το Χριστός Ανέστη.Θα ανάβαμε και τα σπαρματσέτα,να κάνουμε την κεροδοσιά,να φεγγοβολήσει το αμπρί.
-Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!!!
Ο Τζανής συγκινήθηκε πολύ με τον ενθουσιασμό μας.
Ζωντάνευε τα παλιά τροπάρια με τη ζεστή φωνή του,που έτρεμε ελαφριά από το μυστικό ρίγος και τη φλογερή πίστη. Και τότες ακούσαμε από πιο κοντά τις μακρινές καμπάνες της Ελλάδας,και η μοσκοβολιά της θρησκείας της αγάπης απλώθηκε ως μέσα στο λασπωμένο μας χαράκωμα. Τα χελιδόνια του νησιού, τα χελιδόνια της θάλασσας,κελαϊδούσανε πιο σιμά,πιο σιμά.
Αχ ήταν έξοχος ο γιος του παπά. Τα μάτια του έλαμπαν από έναν περίεργο ενθουσιασμό,σχεδόν διονυσιακό.Έλαμπαν τόσο που ένιωθα το γαλάζιο φως τους να φέγγει μέσα σε όλο το σκοτεινό αμπρί,που,όσο βράδιαζε,ολοένα και σκοτείνιαζε περισσότερο.
Σα νύχτωσε καλά μας φέρανε το λαμπριάτικο συσσίτιο με μεγάλη προφύλαξη.Είχανε τις μερίδες χωρισμένες για να μπορούνε να τις δίνουνε σωστά μέσα στο σκοτάδι.Σε κάθε αμπρί τα δίνανε όλα μαζί,να φάνε συντροφικά.Είχανε κι από ένα κουτί τσιγάρα πολυτελείας για τον καθένα.
Συμφωνήσαμε όλοι να αφήσουμε τον Τζανή να κανονίσει το πασχαλινό μας τραπέζι.Θα τρώγαμε στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Θα ανασταίναμε όλοι μαζί ,θα ανάβαμε όλα τα κεριά και θα τρώγαμε. Ήταν η κανονικιά ώρα που τρώγαμε τη μαγειρίτσα και στα καλά τα χρόνια της ειρήνης. Ήταν κιόλας η ώρα που θα γύριζαν τα παιδιά από την υπηρεσία. Ο Τζανής κι ο Μπούμπας είχαν σειρά για περίπολο και το νούμερό τους τελείωνε ίσα ίσα στη μία. Ζωστήκανε, κουμπώσανε την κάσκα κάτω από το σαγόνι,πήρανε το ντουφέκι και τις χειροβομβίδες τους και βγήκανε σερνάμενοι μέσα στο χαράκωμα. Την τελευταία στιγμή ο Τζανής έκοψε και έχωσε στο στόμα του μια γωνιδίτσα κουραμάνα,έβαλε την υπόλοιπη στο σακίδιό του.
Διαβάστε περισσότερα





