Στέργιος Ντέρτσας, «Η τελευταία μέρα του καφενείου του Ευστράτιου Κυνοκεφάλου»
8Μαΐ
Με ύφος εξαγγελτικό και θυελλώδης εισέβαλλε εντός του κατάμεστου καφενέ- τρελός σιρόκος! Η ώρα 10.18, το βράδυ μιας Τετάρτης χειμωνιάτικης που οι στάλες της βροχής τού χάραζαν το πρόσωπο και τον πονούσαν λες κι ήταν σκάγια αλατιού. Ενώ στην παλιά τηλεόραση ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, όπου μια ιταλική ομάδα, ή ίσως ισπανική-ποιος έδινε σημασία;- ανηλεώς ξεκοιλιαζόταν από κάποια Μπάγερν, μια κάποια Μπάγερν του Μονάχου, είχε πνιγεί στα ασπρόμαυρα χιόνια, απόρροια του ασθενικού σήματος: οι κεραίες τω καιρώ εκείνω ήτανε πανάκριβες. Τουτέστιν ακόμη και ξεχαρβαλωμένες μοιάζανε με Εσταυρωμένους που μόλις είχανε εκπνεύσει, και το «απελθέτω» τους τις στεφάνωνε σαν άλως• με έργα τέχνης, για να το πούμε αλλιώς, οπότε δυσκολευόσουν πολλαπλώς να τις εναποθέσεις σε κάποιον κάδο απορριμμάτων για να πάρεις άλλη.
Σε κάθε ώμο του ένας πύρινος άγγελος, δυο μινιατούρες τοσοδούλικες μικρότερες από κόκκο ρυζιού-ποιος να τις δει και ποιος να τους δώσει τη δέουσα σημασία; Στο ξεφτισμένο του καπέλο μια διπλοτριπλοδιπλωμένη αλκυόνα επώαζε τα αυγά της και κάποιες από τις ακραίες σκέψεις του, όχι πως υπήρχαν συνετές, που σχεδόν είχαν ξεμυτίσει από το ραγισμένο τους τσόφλι.
«Η ημικρανία που με συνέχει ακατάπαυστα μπορεί συχνάκις μ’ αφήνει ενώπιον σου, ω αγελαίο πλήθος, έκθετο…» είπε λαχανιασμένος. Κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, συνέχισε με τη στεντόρεια και κάπως μελωδική σαν οξύαυλο φωνή του, βεβιασμένα σαν να ‘πρεπε όλα να ειπωθούν όλα μαζί και να χωρέσουν στο επόμενο δευτερόλεπτο: «Θέλω να πω, συναισθηματικά ανοχύρωτο ενώπιον των αμφιβολιών σας. Ωστόσο, όσο και να χτυπιέστε όχι μόνο δεν πρόκειται να γίνεται φραπέδες, αλλά κάποτε, λίαν συντόμως και οσονούπω δηλαδή, θα γίνει διθύραμβος αρχαιόκλιτος εντός των αμφιβολιών σας, γαμώ τη φάρα σας κήνσορες ευκόλως διαψεύσιμοι. Και νομίζω πως αυτό το κάποτε είναι τούτη εδώ η ώρα που με κοιτάτε σαν αποβλακωμένοι χάνοι. Πως ήγγικεν η ώρα και η στιγμή, γαμώ την πίστη μου, γαμώ την τρέλα μου και γαμώ το κέρατό μου το δίφορο, επίμοχθοι αμφισβητίες και άπιστοι Θωμάδες. Και γαμώ την τύχη μου την ξεχαρβαλωμένη που μ’ έφτυσε εδώ σ’ αυτό το κωλομέρος, να ζω ανάμεσά σας. Και γαμώ το μουνί ολάκερης της οικουμένης που δεν έχει σταματήσει να ξερνά αμέτρητα μουνιά κλαμένα κάθε στιγμή που φέγγει• και αυθωρεί εκπνέει.»
Διαβάστε περισσότερα





