Αφίξεις

Έφη Κατσουρού, «δύο σύν τέσσερα», εκδ. Μετρονόμος, 2022

τὶς ἀσέληνες νύχτες:

 

[κορμὶ σὲ κίνηση αἰλουροειδοῦς κατόπιν χορογραφίας]

 

ξέχνα μισάνοιχτη τὴν μπαλκονόπορτα, νὰ τυλιχτῶ αὐτάρεσκα ὣς τὸ ξημέρωμα στὰ πόδια σου, παράγοντας ἤχους οἰκείους στὰ κεραμίδια καὶ τοὺς ὀντάδες. Τὰ ζαφείρια ποὺ ἀκούμπησα στὰ μάτια σου, προϊὸν γενεαλογίας. Σ’ τὰ παρέδωσα ἄνευ ὅρων κι ἴσως αὐτὸ προδίδει διάφορη κυτταρικὴ δομή. Ὅταν μετρᾶς τὰ δάχτυλά μου μὲ τὰ χείλη σου, κερδίζω χαμένα ἐδάφη. Μεθοδικὰ στὰ νύχια ἔδωσα σχῆμα, νὰ προμηνύουν ἐκδορές. Ντύνομαι μιὰ παλιὰ ρεμπέτικη μελωδία μπροστά σου καὶ φεύγω ἀδιάφορα. Μὲ σκισμένες τὶς συγχορδίες – μετέωρες τὶς ἀπολήξεις τῶν λέξεων, ἀλλὰ ἐσύ, δὲν πρέπει νὰ διακρίνεις παρὰ τὸ λευκὸ τῆς ὑπόβασης καὶ μία νότα νὰ σὲ προκαλεῖ. Κατηφορίζω τὸ πεντάγραμμο μέχρι νὰ χαθεῖ ἡ σκιά μου. Ὅπως ἐκεῖνες. Σχεδὸν ἡδονοβλεπτικὰ τὶς παρατηρῶ χρόνια τώρα νὰ χάνονται στὰ Ἀναφιώτικα διαγράφοντας μὲ τὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς τους ἀνεξάρτητα κύματα. Μὲ τὸ φεγγάρι σὲ τροχιὰ τώρα καθόδου, λίγο πιὸ ἀόρατη, ἐπιστρέφω στὸ σπίτι κι ἀφήνω τὴν κουβέρτα νὰ διακρίνει τὴν ψυχὴ τοῦ σκύλου μου. Τὴν ψυχή της. Ἔφυγε καὶ τώρα, ἔχω δυὸ ψυχὲς νὰ ὑπακούω καὶ νὰ καλύπτω τὶς νύχτες.

Περιμένω πιστὰ πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα νὰ ἔρθεις

κι ὅταν ἀργεῖς μαθητεύω στὰ βιβλία σου τοὺς χειρισμοὺς τῆς ἀγριόγατας.

 

 

*********

καὶ νὰ θυμᾶσαι:

 

Εἶναι μιὰ ἐπανάσταση τόσο λευκὸς νὰ στέκεσαι δίπλα στὸ κόκκινο τοῦ κόσμου.

 

Γιατὶ τὸ λευκὸ δὲν ἔχει ἀποχρώσεις.

Ἢ λὲς ἄγγελος ἢ λὲς ἀσβέστης.

Καὶ καθρεφτίζεις τὴ σκιά σου

ἄσβεστη σ’ ὅ,τι ὁρίζει

νὰ δώσει χρῶμα ἡ ἀντανάκλαση.

 

Διαβάστε περισσότερα