Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Γεωργόπουλος, «Σπασμένο βέλος», εκδ. ΑΩ, 2023 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Πιάνω το νήμα από την πιο κοντινή χρονικά συλλογή,  τα «Δεμένα Σώματα» που κυκλοφόρησαν το 2019. Η τεχνοτροπία του σταθερή σε ρίμα όπως από τις εκβολές του, παρόλο που στη συλλογή υπάρχουν και ελευθερόστιχα ποιήματα. Και ο στόχος του ίδιος: ένα έμμετρο ημερολόγιο, ένας στιχουργικός φόρος τιμής σε πρόσωπα και καταστάσεις της ζωής του που τείνουν περισσότερο σε καθαρόαιμα στιχουργήματα λαϊκών και έντεχνων στιχουργών μας («τραγούδια» ονόμαζε τα ποιήματά του ο Παλαμάς, μη το ξεχνάμε) οι οποίοι μαζί με τους συνθέτες τις δεκαετίες του ’50, ’60, ’70, δημιούργησαν τραγούδια με έντονο το βιωματικά εικοπλαστικό περιεχόμενο και όχι με υπερεαλιστικές ή μεταφυσικές αγωνίες- ενιότε στείρες ή φαντασμαγορικές.

Διαβάζοντας για τους δικούς του ανθρώπους, τους φίλους, τους συμμαθητές, τους συντρόφους διαπιστώνει κανείς για ακόμα μια φορά πως η μεγάλη Ιστορία αποτελείται από μικρές ιστορίες του Θανάση, του Μήτσου, της Άννας, του Κώστα, του Βασίλη και άλλων που συνθέτουν όχι μόνο την ιδιωτική μυθολογία του Γεωργόπουλου, αλλά τη διαχρονική παρουσία των επώνυμων ανωνύμων ή κατά Ρίτσο, το Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, και όχι των απλών ανθρώπων καθώς ένας τέτοιος προσδιορισμός είναι τελείως ανεδαφικός. Δεν υπάρχουν απλοί άνθρωποι. Τελεία.

Στο «Σπασμένο βέλος» δεν κρατά απλώς το νήμα από τις προηγούμενες συλλογές του, αλλά το επεκτείνει. Και το επεκτείνει τεχνικά τόσο ως προς το είδος της ρίμας, που γίνεται ακόμα πιο προσεγμένη, αλλά και στη στοχαστική του εμβάθυνση και το λεξιλογικό του οπλισμό. Η όποια συζήτηση περί φορμαλισμού ή νεοφορμαλισμού, οι όποιοι διαξιφισμοί περί επιστροφής στην συντηρητική ομοιοκατάληκτη παράδοση ή περί ρυθμικών γυμνασμάτων με αφήνει αδιάφορο. Για μένα οι ρίμες είναι οι κωπηλάτες του ποιήματος και όχι η ίδια η τριήρις. Και πάνω σε αυτό το αξίωμα αποδέχομαι ή όχι την ποιότητα του δημιουργού, όταν επιλέγει αυτό το εκφραστικό είδος.

Στην περίπτωση του Γεωργόπουλου στόχος είναι ξεκάθαρα η τριήρις, δηλαδή, το αυτόνομο ποίημα που ξεμακραίνει από πρώιμους σκοπούς, όπως η απλή εξωτερίκευση ή η έμμετρη καταγραφή συμβάντων και ταξιδεύει μέσα στα πελάγη της διαχρονίας ακολουθώντας την επαγωγική διαδικασία. Με άλλα λόγια, το εφαλτήριο της έμπνευσης μπορεί να επαναλαμβάνεται ως θεματολογικά μοτίβα ή εμμονές από το παρελθόν του, όμως πλέον αποκτά και μια καθολικότητα: Οι σύντροφοι που αναφέρονταν στην προηγούμενη συλλογή, με έναν πιο φωτογραφικό τρόπο, τώρα γίνονται οι Μαγγελάνοι, οι αγωνιστές μεταφράζονται ως ράτσα της φωτιάς, οι καθαρόαιμες ναυτικές εμπειρίες μεταποιούνται σε «Σονέτο ναυτικό και άκαιρο» που ξεπερνά την εικονοπλασία και συναντά την καββαδιακή φιλοσοφία όχι μόνο ως τρόπο αλλά ως ουσία, ως συμβολιστική ποίηση.

Διαβάστε περισσότερα