Αναγνώσεις

David Harsent, «Μια Επιστολή στην Ευρώπη» (μετάφραση: Κατερίνα Κουλούρη)

Γεννήθηκα το 1942, τη χειρότερη χρονιά του πολέμου. Η γενέτειρα μου ήταν ένα χωριό του Ντεβονσάιρ. Έχω ακούσει ιστορίες για τους βομβαρδισμούς των λιμανιών του Ντέβον και για το πως τα πολεμικά αεροσκάφη που συνόδευαν τα βομβαρδιστικά πυροβολούσαν αδιάκριτα στόχους αμάχους. Ένας από αυτούς τους στόχους ήταν και το μικρό νοσοκομείο που είχα γεννηθεί μια μέρα νωρίτερα. Η μητέρα μου και οι υπόλοιπες γυναίκες, η καθεμιά με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά, βρήκαν καταφύγιο κάτω από τα κρεβάτια τους.

 

Οι πρώτες μου μνήμες ήταν, εν μέρει, μνήμες πολέμου, απολογισμοί πολέμου και μαρτυρίες πολέμου. Έχω ακούσει ιστορίες για τον πατέρα της μητέρας μου που στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δέχτηκε επίθεση αέριων – αν και επέζησε, πέθανε νέος ως αποτέλεσμα. Ο πατέρας μου υπέστη σοβαρά τραύματα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα οποία δεν κατάφερε να αναρρώσει πλήρως πότε. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω πως η καθημερινή του δουλειά κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν να σκοτώνει και να κινδυνεύει να σκοτωθεί. Ότι το πιο σύνηθες του συναίσθημα ήταν αυτό του φόβου. Κάθε μέρα, καθόλη τη διάρκεια του πολέμου του. Φόβος. Κάθε μέρα ένα θείο ‘κορώνα-γράμματα’. Καθώς μεγάλωνα ίσα που καταλάβαινα τους πολλούς πολέμους που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πολέμο. Όπως πολλοί της γενιάς μου, βγήκα και εγώ στους δρόμους για να διαμαρτυρηθώ ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Τώρα, όπως και τότε, μου ’ρχονται στο νου στίχοι του Robert Lowell από το «Ξυπνώντας Νωρίς Κυριακή Πρωί» («Waking Early Sunday Morning»):

 

…ειρήνη στα παιδιά μας καθώς πέφτουν / σε ένα μικρό πόλεμο που ακολουθεί ένα μικρό / πολέμο…

 

Διαβάστε περισσότερα