Βολφ Βόντρατσεκ, «Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο» (Μετάφραση: Ελίζα Παναγιωτάτου), εκδ. Αντίποδες, 2021
4Δεκ
Θυμάσαι;
Η Βιέννη είναι γεμάτη Ρώσους, νέους και γέρους, ζωντανούς και πεθαμένους, πλούσιους και φτωχούς. Πριν προλάβει να χτυπήσει το τηλέφωνο, κάποιος ή κάποια έχει έρθει ή έχει φύγει, για πάντα. Όλοι με τη σειρά τους, όπως πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Και για όλους, άντρες και γυναίκες, κρατάω έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, ένα φτυάρι ρώσικο χώμα, ένα φτυαράκι, ένα κουταλάκι. Έχω ολόκληρο απόθεμα, μια βαλίτσα γεμάτη.
Ο Σουβόριν χασκογελάει μόνος του. Κι ένα τελευταίο μικρό κουταλάκι για μένα.
Απολαμβάνει το θέαμα μιας νεαρής γυναίκας που περνάει εκείνη τη στιγμή. Βλέπετε, λέει, έτσι ήταν τα κορίτσια μας, αλλά πιο όμορφα, πολύ πιο όμορφα, πολύ πολύ πιο όμορφα. Όλοι μας είχαμε από μία ή δύο, και όλες τους ήταν οι ομορφότερες. Εμάς μπορεί να μη μας περίμεναν κηδείες δημοσία δαπάνη, όμως είχαμε ζωή. Μας αγαπούσαν. Το πιο όμορφο απ’ όλα τα κορίτσια αγαπούσε έναν που αλληθώριζε.
Το γέλιο του σαν να κροταλίζει από ευχαρίστηση.
Παντρευτήκαμε τις μούσες μας, τη μία μετά την άλλη, για να τις βάλουμε σε δοκιμασία. Φυσικά μπορεί και να στεκόσουν άτυχος. Οι αρνήσεις στις προτάσεις γάμου ήταν περισσότερες και από τα συμφωνικά έργα. Τα δάκρυα πιο πολλά κι από τις νότες. Το κεφάλι μου ακόμα βουίζει. Κάποιος είχε ξοδέψει τις οικονομίες του για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι, το οποίο, μετά την παρέμβαση του πατέρα της νύφης, κατέληξε στο ενεχυροδανειστήριο. Ήξερα κάποιον που δεν κατάφερνε να τελειώσει μια ερωτική επιστολή, πράγμα που έφτασε στα αυτιά της γυναίκας στην οποία απευθυνόταν, κι εκείνη με τη σειρά της λέγεται πως το διηγήθηκε γελώντας στον άντρα της. Ένας άλλος ερωτεύτηκε μια δεκαπεντάχρονη ποιήτρια και γέρασε απότομα. Μετά από χρόνια τον συνάντησα ξανά στο Παρίσι, είχε έρθει σε μια συναυλία μου και μετά στα παρασκήνια. Και το περίεργο ήταν ότι όταν αγκαλιαστήκαμε, μετά από τόσα χρόνια, ήταν σαν αποχαιρετισμός. Το πρόσωπό του στο χρώμα του καπνού, η φωνή του μια οκτάβα πιο χαμηλά από το κανονικό, σακούλες στα μάτια του, αλλά κεφάτος. Είχε εμφανιστεί συνοδευόμενος από μια γυναίκα, μια τροφαντή Γερμανίδα, τρία μέτρα ύψος και τρία πλάτος. Είναι πλούσια, μου είπε, κι εγώ τον συνεχάρην. Μιλούσαμε ρώσικα κι εκείνη δεν μας καταλάβαινε. Πολύ πλούσια! Έμαθα πως τη συνάντησε στη γαλλική Ριβιέρα, όπου εκείνη συστηνόταν ως βαρόνη από τη Βαλτική. Εκείνος από την άλλη, με απόλυτη ειλικρίνεια, συστήθηκε ως Ρώσος συνθέτης, και την εντυπωσίασε. Της διηγήθηκε μερικά αληθινά και μερικά επινοημένα γεγονότα από τη ζωή του και όταν του αποκάλυψε την αδυναμία της στο βιολί, υποσχέθηκε να γράψει ένα κονσέρτο για βιολί και να της το αφιερώσει. Εκείνη σχεδόν έκλαψε από συγκίνηση. Όταν δεν ήταν πλέον εντελώς νηφάλιος, άφησε να εννοηθεί πως είχε επαφές στη Νέα Υόρκη και πως γνώριζε κάποιους από τους παγκοσμίου φήμης βιολιστές που ζούσαν εκεί, τους οποίους περιέγραψε ως φίλους του. Αυτή ήταν η αθανασία; Εκείνη έσπασε το κέλυφος ενός αστακού. Ήθελε να πάει αμέσως στο Λένινγκραντ. Ήθελε να τον γεμίσει με δώρα, όπως και έκανε. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι μια πρώτη τρυφερή νύχτα σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας στο Μονακό ήταν πλέον αναπόφευκτη. Ήταν η ευκαιρία μου, μου ψιθύρισε στο αυτί. Και αν τον πιστέψει κανείς, ο μύθος ότι οι Ρώσοι είναι ικανοί για όλα στο κρεβάτι επιβεβαιώθηκε. Ξεπέρασε τον εαυτό του, άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα πιστεύοντας πως είναι καλοκαίρι και μένει σε κάποια έπαυλη στην Ιταλία που του έχει νοικιάσει η αφοσιωμένη ευεργέτιδά του – και άρπαξε ένα γερό κρυολόγημα.






