Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Λίχνος, «Ο φράχτης»

 

 

Μου συνέβη ένα περιστατικό τόσο αλλόκοτο πριν από μερικές μέρες, που αμφιβάλλω αν θα ‘χετε ματακούσει στη ζωή σας κάτι παρόμοιο. Το ξεκαθαρίζω εξαρχής όμως, δεν πρόκειται να το διηγηθώ όπως έγινε, είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Όπως το έζησα θα το μεταφέρω και όπως χαράχτηκε έπειτα στο μνημονικό το δικό μου. Η όλη ιστορία ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν οκτώ το πρωί, και ξεκίνησε με το ορμητικό κουδούνισμα του τηλεφώνου. Όταν σήκωσα το ακουστικό, βρήκα στην άλλη άκρη της γραμμής την γιαγιά Ευτέρπη, την μάνα του πατέρα μου, να ωρύεται εν εξάλλω. Από τις πρώτες τις λέξεις ένιωσα πως της είχαν κοπεί τα ύπατα απ’ την αγωνία, αλλά καθόλη την διάρκεια που μου εξιστορούσε το τι είχε συμβεί, ανάθεμά με κι αν καταλάβαινα τίποτα. Λες και μιλούσα με δέκα νοματαίους μαζί ήτανε, σαν να άκουγα ταυτόχρονα μιλήματα πολλά και κακό χαμό.

«Τρέξε στο χωριό λάλα μου. Θα πάνε χαμένα τα κόπια του παππούλη σου. Χτίσαν τη μάντρα μες τον κήπο μας και δεν έμεινε σταλιά μονοπάτι, εκεί που παλιά πέρναγε κατάφορτος γάιδαρος». Αυτά μου είπε αναστατωμένη, μα δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. Ούτε ποιοι χτίσανε και τι κατάλαβα, ούτε σε πιο γάιδαρο αναφερόταν. Άδικος κόπος αποδείχθηκε η προσπάθεια μου να την ηρεμήσω και να συνεννοηθώ. Αν δεν δρούσα όμως, θα πηγαίναν χαμένα του παππού μου τα κόπια, αυτό είχε σημασία μονάχα. Και ποιος, στην οικογένεια μας ολάκερη, μπορεί να παραβλέψει τον αγώνα που έδωκε ο παππούς Κωνσταντής για να μεγαλώσει αξιοπρεπώς κοπέλες τέσσερις και τρία παιδιά; Το σίγουρο ήταν πως είχε σημάνει συναγερμός, κι αν χρειαζόταν να μαντέψω, θα υπέθετα πως κάποιος γείτονας καταπατούσε την γη μας· κι έπρεπε τώρα να παρουσιαστώ εγώ στο χωριό για να διευθετήσω τα πράγματα. Να μου πει περισσότερα η κυρά Ευτέρπη μήτε μπορούσε μήτε ήθελε, θα μου εξηγούσε είπε όταν θα σμίγαμε.

Η διαβίωση μας στο χωριό ήταν εξαρχής μια μπερδεμένη υπόθεση. Το σπίτι μας το ‘χαμε αγορασμένο απ’ τον μπαρμπα Θόδωρα, τον περπατημένο. Έναν γεροντοπαλικαρά που ο κόσμος έλεγε πως είχε στεφανωθεί στα ξένα, μα η νύφη γρήγορα τον παράτησε. Αφού δεν είχε κάνει παιδιά και τη λεγάμενη δεν την είχε δει κανένας ποτέ, παρίστανε ύστερα τον ανύπαντρο· έτσι έλεγε ο κόσμος τουλάχιστον. Μα ποιος θα μπορούσε να πει αν τίποτα απ’ όλα αυτά ήταν αλήθεια, ποιος ξέρει στην τελική τι είναι κακοήθεια και τι πραγματικό γεγονός; Το μόνο σίγουρο είναι, πως όταν αποκτήσαμε εκείνο το σπίτι ήταν μοιραίο να αγοράσουμε μαζί και τους γειτόνους του.

Διαβάστε περισσότερα