Roberto Garcia de Mesa, «Περί της φύσεως της ευθραυστότητας» (μετφρ. Ιφιγένεια Ντούμη), εκδ. ρώμη, 2021 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]
18Μαΐ
Με τον Roberto Garcia de Mesa γνωριστήκαμε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης της Πάτρας, το 2019 και αμέσως μου έκανε εντύπωση το πάθος του με τις λέξεις. Τον κόσμο γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν, ένας κόσμος γεμάτος στίχους που δημιουργούσε ακόμα και με τη σιωπή του, την ευγενική έκφραση του προσώπου του, το μειλίχιο βλέμμα του. Διέκρινα και την αγωνία του να επικοινωνήσει, να μάθει για την εγχώριο ποιητικό κόσμο, παρόλο που ήδη είχε έλθει πολύ κοντά με έλληνες δημιουργούς, να αφουγκραστεί τις αγωνίες ξένων ως προς τη μητρική του γλώσσα, ποιητών. Ένιωθες όμως ότι η γλώσσα δεν ήταν εμπόδιο, γιατί η άλλη γλώσσα, η λεγόμενη «ποιητική ανάγκη» καταργούσε τα σύνορα μεταξύ μας. Μαθαίνοντας μετά το βιογραφικό του, το πολυσχιδές και ποσοτικά πλούσιο έργο του, επιβεβαίωσα απλώς αυτό που είχα διακρίνει.
Το βιβλίο του «Περί της φύσεως της ευθραστότητας», έλκει έμμεσα την καταγωγή του από τις αρχαίες ελληνικές φιλοσοφικές πραγματείας «Περί φύσεως» όπως τις πραγματεύτηκαν ο Ηράκλειτος, ο Αριστοτέλης, ο Παρμενίδης, ο Εμπεδοκλής αλλά και ο Ρωμαίος φιλοσόφος Λουκρήτιος συγγενεύοντας ως προς τη φιλοσοφούσα ποίησή της ερμηνείας των φαινομένων της ζωής. Θέτει δηλαδή και ο Ρομπέρτο κοσμολογικά ερωτήματα αναδεικνύοντας τις αισθήσεις ως θεμέλια για την κατανόηση του κόσμου χρησιμοποιώντας παράλληλα τις θεατρικές αλλά κυρίως κινηματογραφικές τεχνικές –αυτά τα σύντομα γκρον πλαν και τα κινηματογραφικά καρέ των στίχων και των εικόνων- ώστε να εισχωρήσει βήμα βήμα στις ενδότερες αναζητήσεις, αποκαλύψεις, ματαιώσεις. Σύντροφος του σε όλο αυτό το ταξίδι η Οράσια, «κάτι σαν φύλακας του χρόνου, σαν επίγνωση του χρόνου, στον οποίο ζω κι εγώ», όπως δήλωσε σε μια σχετική με το βιβλίο συνέντευξή του.
Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο συνδέει τις μεταφυσικές του αγωνίες και τα υπαρξιακά του ερωτήματα με την απτή πραγματικότητα γύρω του. Το πώς δηλαδή την ώρα που θέτει τους συλλογισμούς του: «Αν μεγαλώνεις πάνω στις πλάτες του τυφώνα υπάρχει τίμημα. Οι αναμνήσεις παλεύουν να βγουν» αμέσως μας επιστρέφει στην εικόνα «Δάχτυλα και κουτάλι αναδεύουν τον καφέ» συνθέτοντας έτσι ένα σκηνικό όπου σκέψεις και ύλη συμπλέκονται, αλληλοσυμπληρώνονται συγκρατώντας τον αναγνώστη να μην ολισθήσει ούτε στη μια πλευρά –της φιλοσοφούσας ποίησης των αστεριών, ούτε στην άλλη, τον ρεαλισμό μέσω μιας στείρας εικονοποιίας.
Διαβάστε περισσότερα





