Γιώργος Δόντσος, «Το Ηδύ και το Πρέπον»
2Ιου
Θαρρώ πια έφτασε ο καιρός, φίλε μου, να μάθεις
Γιατί εβάδισα κάτω απ’ την σιδεριά την φαγωμένη απ’ τον κισσό,
Γιατί ετράβηξα νερό απ’ το πηγάδι το για χρόνια ξερικό,
Γιατί είδα το ηλιοβασίλεμα μέσα απ’ τη σκουριά των καιρών
Κι ἒστηκα ἀχνύμενος,θαλερόν κατά δάκρυ χέων.
Περιδιάβηκα την μικρή μου ζωή, αγγίζοντας τα νοτισμένα χαλίκια
Στις άκρες του δρόμου· στο τέλος οδηγήθηκα, όχι μόνος,
Σε ένα μοναστήρι καμωμένο απ’ οιμωγές και βογγητά.
Χαμένοι στο μεγάλο σούρουπο της ιστορίας
Πλανηθήκαμε, με κεφάλια αγαλμάτων στα χέρια
Και τους στίχους ξεχασμένους στ’ ανύπαρκτα χείλη μας,
Νικημένοι απ’ το παρόν, σε αέναη αγωνία.
Τα πόδια μας μάτωσαν, οι ώμοι σφάδαζαν
Κι εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας μεσ’ τη νυχτιά,
Μεσ’ τον αχό της υπόσχεσης για ένα μακρινό ξαπόστεμα.
«Αλλά πεντακόσα μέτρα ανηφόρα μάγκες, φτάνουμε»,
Είπε ο υπολοχαγός, με μια αρχαία ειρωνεία να κυματίζει
Στον ήχο της φωνής του, που χανόταν όλο και περισσότερο
Σ’ αυτήν την καταραμένη πια νυχτιά.
Το χέρι που έτρεμε απ’ το βάρος του όπλου
Μέτραγε την παλικαριά που χε απομείνει
Σε σώματα που γρήγορα και σταθερά λησμόνησαν
Τον σκοπό τους αυτές τις αποφράδες ώρες.
Μόνο βαδίζαμε, βαδίζαμε, βαδίζαμε, για που δεν γνωρίζαμε
Για πόσο δεν ξέραμε, μόνο βαδίζαμε προς το έρεβος της πιο μαύρης νυχτιάς.
Διαβάστε περισσότερα





