Niall Williams (1958), «Αυτό είναι ευτυχία» (μτφρ. Κίκα Κραμβουσάνου), εκδ. Δώμα, 2021
23Ιου
«Ο Κρίστυ κατάφερε να δραπετεύσει με δυο μπουκάλια μπίρα και πήγε κι έκατσε σ’ ένα τραπέζι.
Από κει και πέρα θολούρα.
Ξέρω πως το πρώτο μπουκάλι δεν το ήπια. Το δικό του εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα και, αφήνοντάς με να κοιτάζω το δικό μου, πήγε στο μπαρ και επέστρεψε με άλλα δύο. Σίγουρα ακολούθησαν δύο ακόμα. Είχα τώρα μπροστά μου τρία μπουκάλια να με περιμένουν, και πριν από τα δύο που ήρθαν αργότερα, είχα μάλλον αρχίσει όχι να ρουφάω, όχι, απλώς ίσα που ακουμπούσα τα χείλη μου στο στόμιο του μπουκαλιού φιλώντας το και γλείφοντας κάτι που μου φαινόταν σαν ξερατό, αλλά μετά τα οξέα και τα ένζυμα έκαναν τα κόλπα τους, το στομάχι μου προσαρμόστηκε, και τα δύο μπουκάλια δεν ήταν πια τόσο απαίσια.
Με τα επόμενα δύο, ο Κρίστυ άρχισε να τραγουδάει.
Το Κρέιβενς, βέβαια, δεν ήταν χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις και, τη στιγμή που σηκώθηκε και ύψωσε τη φωνή του, το τραγούδι ήταν ήδη πέρα από τη σφαίρα της αφήγησης, πέρα από τη σφαίρα του κουτσομπολιού, είχε υπερβεί τα όρια της βραδιάς και είχε εγχαραχτεί στη μυθολογία της Φάχα, όχι απλώς επειδή πήγαινε κόντρα στις διδαχές της Εκκλησίας και τις συνήθειες της Εβδομάδας των Παθών, όχι απλώς επειδή έκανε άνω-κάτω ό,τι θεωρούνταν ευπρέπεια σ’ εκείνο το μέρος (κάθε χώρος είχε τους κανόνες του και για το Κρέιβενς ο κανόνας ήταν ότι επρόκειτο για χώρο απελπισίας, ήταν το μέρος όπου δεν είχες πιο χαμηλά να πέσεις, εκεί που μπορούσες ν’ αγκυροβολήσεις στο σκοτάδι και να αράξεις και, επειδή το ίδιο ακριβώς έκαναν και όλοι όσοι ήταν δίπλα σου, δεν ήσουν αναγκασμένος να αναγνωρίσεις πόσο χαμηλά είχες βρεθεί)· όχι, όχι απλώς επειδή παραβίαζε έναν παλιό άγραφο κανόνα, ότι εδώ μέσα δεν τραγουδάμε, αλλά λόγω του τρόπου του τραγουδιού.






