Μεταφραστικό Εργαστήρι

Cesar Vallejo (Perú, 1892-1938), «Βορειοανατολικός τοίχος» (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

Μισοσκόταδο.
Ο μόνος συγκρατούμενος της φυλακής που μου ‘χει απομείνει τώρα πια, κάθεται να φάει μπροστά στο κούφωμα τού πλαϊνού παραθύρου τού κελιού μας, όπου , όπως και στο καγκελόφραχτο άνοιγμα που υπάρχει στη μέση τού επάνω μέρους της πόρτας εισόδου, φωλιάζει κι ανθίζει το πορτοκαλί ψυχορράγημα του απογεύματος.
Στρέφομαι κατά κει :
_ Κιόλας;
_Κιόλας. Σου έχω σερβίρει-αποκρίνεται χαμογελαστός.
Καθώς κοιτώ την ταυρίσια κατατομή του, ανάγλυφη απάνω στο διπλωμένο κοκκινωπό φύλλο του ανοιχτού παραθυριού, πέφτει το βλέμμα σε μια αράχνη σχεδόν αιθέρια, σαν δουλεμένη σε καπνό, που κείτεται σε απόλυτη ακινησία πάνω στο ξύλο, στο μισό μέτρο ύψος από το μέτωπο του ανθρώπου. Το λιόγερμα εξαπολύει μια επιμήκη, χαμηλωμένη κιτρινωπή λάμψη πάνω στην ήρεμη υφάντρα λες και τη σημαδεύει. Εκείνη έχει νιώσει, αναμφίβολα, τη ζεστή ηλιακή ανάσα • τεντώνει ένα από τα άκρα της με νυσταλέα, τεμπέλικη βραδύτητα και κατόπιν επιδίδεται στο κατηφόρισμά της με αδιάκοπα βήματα, μέχρι που μένει ακίνητη στο επίπεδο του γενιού του τύπου, με τρόπο που, καθώς εκείνος μασάει, φαίνεται σαν να κατάπιε το ζωύφιο.
Κάποια στιγμή τελειώνει με το φαγί του, και αυθωρεί το ζούμπερο πλευρίζει τρέχοντας προς τους μεντεσέδες από το χέρι του που είναι στη δεξιά μεριά της πόρτας, ακριβώς τη στιγμή που ο φυλακισμένος το αρπάζει μεμιάς. Κάτι έχει συμβεί. Ζυγώνω, ανοίγω ξανά την πόρτα, εξετάζω πέρα ως πέρα τους μεντεσέδες και συναντιέμαι με τη δύστυχη περιπλανώμενη, να ‘χει θρυμματιστεί σε σκόρπιες ίνες.
Μακέλεψες μια αράχνη – λέω με εμφανή έξαψη στον αυτουργό.
_ Όντως; με ρωτά αδιάφορα. Εντάξει, τότε : εδώ υπάρχει ένας αηδιαστικός ζωολογικός κήπος.
Και αρχίζει να κόβει βόλτες , σαν να μη συμβαίνει τίποτα κατά μήκος του κελιού αποβάλλοντας μέσα απ’ τα δόντια του υπολείμματα τροφής που τα φτύνει σωρηδόν.
Η δικαιοσύνη! Η ιδέα αυτή γυρίζει στο μυαλό μου.

Διαβάστε περισσότερα