Νίκος Βουτυρόπουλος, «Τα δυο Γάμα»
1Σεπ
Α
Κανείς στη Διεύθυνση δεν ήταν σίγουρος αν οι δυο τους ήταν όντως ζευγάρι. Οι υποψίες πάμπολλες, τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν στους διαδρόμους και στα γραφεία, και παρ’ όλα αυτά το μυστήριο της σχέσης τους παρέμενε ορφικών διαστάσεων.
«Αδυνάτων αδύνατο! Τι κοινό μπορεί να ‘χουν αυτοί οι δυο;» έλεγε ο ένας.
«Μα τους είδα με τα μάτια μου, να κρατιούνται χέρι-χέρι» απαντούσε η άλλη.
Πάντως κοινό σημείο και των δυο – θα το ‘λεγες και σημαδούρα – ήταν οι πλούσιοι λιπώδεις ιστοί που διέθεταν και φρόντιζαν ν’ αναδεικνύουν με τις ενδυματολογικές επιλογές τους. Ήταν, φαίνεται, περήφανοι που με τόσους κόπους και θυσίες κατάφεραν τελικά ν’ αναρριχηθούν στη συμπαθέστατη τάξη των υπέρβαρων. Λίγο είναι; Κατά τ’ άλλα, όχι, δεν είχαν κάτι κοινό. Η Γάμα ήταν αναρχοκουλτουριάρα του συρμού, ή μάλλον αναρχοθεούσα, αν κρίνεις από το κομποσκοίνι που κρέμαγε απ’ την τσάντα της. Ο Γάμα; Ένας στομαχο-είλωτας,στοιχισμένος στην ανεξίτηλη γραμμή κάποιου αριστερού κόμματος. Η Γάμα φρόντιζε μαλλί και νύχια, ο Γάμα δεν είχε μαλλί εξόν από δυο τούφες στο σβέρκο όλες κι όλες, όμως τα νύχια στα πόδια του θα τα ζήλευε ακόμα και κόνδορας, έτσι όπως πρόβαλλαν απειλητικά μέσα από κάτι λιωμένα πέδιλα που δεν τα ‘βγαζε ούτε τον χειμώνα. Άλλες διαφορές; Πενήντα plus και οι δυο, η Γάμα διέθετε πλούσια γκαρνταρόμπα με ό, τι πιο κακόγουστο μπορεί να φορέσει μια ευτραφούλα. Αντίθετα, ο Γάμα δεν είχε τέτοια μεταφυσικά διλήμματα. Βρωμίλος όπως ήταν, του αρκούσανδυο τζην παντελόνια κι άλλα τόσα πουκάμισα, ενώ έδινε συχνά την εντύπωση πως δεν φοράει ρούχα από ύφασμα αλλά από κοντραπλακέ, αφού απ’ τον ιδρώτα και τη σκόνη θα μπορούσαν, θαρρείς, να σταθούν από μόνα τους όρθια. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που κυκλοφορούσε στα γραφεία, κάθιδρος σα λιμενεργάτης, αν δεν προλάβαινες να τον δεις να ‘ρχεται από μακριά, όπως μια αδέσποτη λέμβος μεσοπέλαγα, σίγουρα θα τον μύριζες. Καθόλου εύκολο να ξεχάσεις τέτοια εμπειρία! Και να ‘θελες δηλαδή, δε θα το επέτρεπε ο ίδιος, εφόσον θα σε πλησίαζε σε απόσταση αναπνοής, και πριν ακόμα προλάβεις να φύγεις τρέχοντας, μ’ ένα βλέμμα όλο μυστικοπάθεια θ’ άρχιζε την πάρλα για ό, τι πιο άσχετο και κοινότοπο χωράει ανθρώπου νους.
Διαβάστε περισσότερα





