Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, «Ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή τού Λαέρτη»

 

Γι’ άλλους το σπίτι είναι φωλιά, γι’ άλλους με τάφο μοιάζει.

Nεκροί αν είν’ ή ζωντανοί, μια πλάκα τους σκεπάζει

 

Ο Λαέρτης είν’ ένας κοσμοκαλόγερος που έχει ξεπεράσει το μεσοστράτι τής ζωής προ πολλού. Έτσι τον αποκαλούν όσοι τον γνωρίζουν καλά, κι αυτοί που τον γνωρίζουν καλά, δηλαδή όσοι τον συναναστρέφονται χρόνια κι εκ των πραγμάτων έχουν καταλάβει, ως ένα βαθμό, την ιδιοσυγκρασία του, είναι λιγότεροι στον αριθμό απ’ τα δάχτυλα τού ενός χεριού.

Ο χαραχτηρισμός τούτος, βέβαια, δεν προκύπτει απ’ την αποστροφή του για τις εγκόσμιες απολαύσεις –αντίθετα, θα έδινε τα πάντα για να μην τις στερηθεί ούτε στιγμή–, απ’ την ευλαβική του προσήλωση στις πρακτικές και στις συνήθειες κάποιας θρησκευτικής παράδοσης, ή απ’ την δουλική προσκόλλησή του σε κάποια μεταφυσική αρχή –ο Λαέρτης δεν πιστεύει σε τέτοια–· προκύπτει απ’ τον τελείως μοναχικό βίο που διάγει μέσα στον κόσμο και τη ζωή. Ακόμα κι αυτοί οι ελαχιστότατοι γνωστοί του σπάνια τον βλέπουν, ιδιαίτερα τα τελευταία αρκετά χρόνια όταν είχε αρχίσει ν’ αναπτύσσει μέσα του την αντίληψη ότ’ οι άνθρωποι είναι σαν μια αναμμένη εστία τής οποίας τη ζέστη και τη θαλπωρή πρέπει να την απολαμβάνει κανείς μόνον από απόσταση.

Ο Λαέρτης δεν θέλει κανείς να ξέρει τι κάνει και πώς ζει αυτός, τι ώρα γυρίζει σπίτι και τι ώρα φεύγει, όχι τόσο γιατί ζει μια ζωή άξια παρακολούθησης και σχολιασμού, πράγμα που αν συνέβαινε θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, όσο γιατί θέλει να την περνάει σύμφωνα με τον μυστικό και μοναχικό τρόπο διαβίωσης στον οποίο είναι ταγμένος· μα πάν’ απ’ όλα επιθυμεί να διατηρεί αυτή την μυστικότητα, σύμφωνα μ’ ένα πνεύμα αντίδρασης που τον χαραχτηρίζει, για να μην καταντήσει η ύπαρξή του αντικείμενο κακόβουλων σχολίων απ’ τους κατοίκους αυτής τής πόλης που, ελλείψει ουσιαστικών ενδιαφερόντων και περίεργοι καθώς είναι, θέλουν να μαθαίνουν τι κάνει ο διπλανός τους.

Εξ ου, λοιπόν, αυτή η κρυψίνοιά του σ’ όλες του τις καθημερινές ενέργειες και σ’ όλες τις στιγμές τής μέρας, όπως αυτό τ’ απόγευμα μετά τη δουλειά, και κάθε απόγευμα, που για να μπει στο διαμέρισμά του προτιμάει να πάρει τις σκάλες υπηρεσίας απ’ την πίσω μεριά τού κτηρίου, όπου κατοικεί από τότε που γεννήθηκε.

Σκέφτεται ότι πρέπει ν’ ανέβει για πολλοστή φορά ένα σωρό σκαλοπάτια για να φτάσει λαχανιασμένος στον τέταρτο όροφο, κάτι που τον ενοχλεί και τον κουράζει αφάνταστα· θα προτιμούσε φυσικά να πάρει τον ανελκυστήρα όπως όλ’ οι άλλοι ένοικοι αλλά δεν θέλει απρόβλεπτες συναντήσεις, δεν θέλει να βλέπει τα μούτρα κανενός απλούστατα γιατί βαριέται τις χαιρετούρες και τις αδιάκριτες ερωτήσεις που του κάνουν κάθε φορά που τον βλέπουν.

Βαριέται όμως και την ίδια του τη ζωή γιατί κάθε μέρα του δεν διαφέρει απ’ την προηγούμενη σε τίποτα και κάθε επόμενη μέρα του δεν θα διαφέρει σε τίποτα απ’ την τρέχουσα· κι αυτό το γνωρίζει καλά. Για παράδειγμα, σε λίγο θα μπει στο διαμέρισμά του, θα βγάλει τα ρούχα του, θα φορέσει τις καθιερωμένες πυτζάμες του κι αφού κάνει τις ίδιες καθιερωμένες κινήσεις για να ετοιμάσει το καθιερωμένο του δείπνο και να φάει, θα κάτσει στο κρεβάτι του να διαβάσει την καθιερωμένη του επαγγελματική αλληλογραφία και ν’ απαντήσει σε κάποιες επιστολές, θα ξεφυλλίσει κανά δυο περιοδικά στα οποία είναι καθιερωμένος συνδρομητής πάν’ από τριάντα χρόνια και πριν πάει για ύπνο θα κάνει τον καθιερωμένο έλεγχο στα υπόλοιπα δωμάτια τού διαμερίσματος.

Διαβάστε περισσότερα