Ζωή Δικταίου, «Άπληστος νόστος»
8Ιαν
[Βραχώδης ακτή, Ελαιογραφία 34 χ 49, Ουμβέρτος Αργυρός]
Δεν είχε την αντοχή να γίνει μάρτυρας,
το πλέον της ζωής, το είχε ζήσει,
σαράντα χρόνια θαλασσινός,
ανεμόδαρτος,
κυκλωμένος από όλες τις θύμησες
ήξερε να φυλάει, αλισάχνη κι αντάρα, μέσα του.
«Βαρύ αγκωνάρι ο λογισμός»,
έτσι συνήθιζε να λέει
όταν περπατώντας στην προκυμαία,
μετρούσε σιδερένιες δέστρες, κάβους, ξάρτια,
φλάμπουρα, γλαροπούλια,
μπλάβα κύματα, αθώες ψυχές.
Αποδεκατισμένος από την αλμύρα,
τώρα, σαν σήκωνε
το δείχτη του αριστερού χεριού,
δεν ήταν για να δείξει, στο ναυτικό χάρτη,
τις απαγορευμένες ζώνες,
τον Τουρλίτη φάρο της Άνδρου,
ένα λιμάνι, τον αφιλόξενο πορθμό του Μαγγελάνου,
κάποιον ωκεανό,
το Kuroshiwo, ή το ρεύµα της Μαδαγασκάρης,
δεν ήταν, για να γράψει
έστω νοερά μια καινούργια ρότα,
έμενε μετέωρο,
σε πλήρη αποστασία από το σώμα
ώσπου μελάνιαζε.
Ούτε μεθυστικά ονειροπολήματα πια,
ούτε προσδοκίες,
εκείνες τις χαραμάδες του χρόνου,
τις έκλεινε
πηχτή η σκουριά της λαμαρίνας.
Διαβάστε περισσότερα





