Αναγνώσεις

Παύλος Χάλαρης, Μικρά διηγήματα

 

 

Περίοδος Ξηρασίας

«Κάτσε δίπλα µου, θα υποφέρουµε µαζί απόψε… Τι σου είναι µία ακόµη, πεταµένη νύχτα;
Πέταξες πολλές άλλες µε κάθε τρόπο… για κάποιες κλαις ακόµα… Πεταµένες στα σκουπίδια,
επιστρέφουν σε εφιάλτες και οράµατα, ανθρώπινοι σωροί που κάποτε έκαναν τους τοίχους και τα
παράθυρα να τρέµουν απ’ τις φωνές και τα γέλια και τα κακά αστεία… Αµέτρητες προφητικές
γόπες, σηµαδεµένα αποτσίγαρα… συντρίµµια της πολιορκίας του Τίποτα. Κάνεις δεν γλίτωσε απ’
τον πυρετό της Νύχτας…»
Χτες το βράδυ ξύπνησα από τον ήχο των βεγγαλικών, τα σκυλιά ορµήσαν στα παράθυρα
γαβγίζοντας µε λύσσα. «Ναι, τα θυµάµαι και τα δικά µας βεγγαλικά, το φεγγάρι και τους στίχους
που έγραφες στο µυαλό µου µε µια µατιά. Αυτά τα Χριστούγεννα, εκείνα και τα άλλα.»
Όλοι ζητούν τα φώτα, µια καρέκλα που περιµένει τον δικό σου κώλο να την ζεστάνει.
«Όµορφα κι απόψε!». Δεν είναι τυχαίο, κάθε χρόνο ο ίδιος πονοκέφαλος την ίδια µέρα.
Σήµερα το πρωί µας επισκέφτηκε, λίγο µετά τον πρωινό περίπατο που θα θέλαµε να είχαµε
κάνει… Δεν έχεις πια όρεξη, ούτε εγώ έχω. Πήρα ένα παυσίπονο. Δεν µιλούσαµε την ίδια γλώσσα
αλλά δεν είχε καµία σηµασία. Μιλούσε ευγενικά… «Σας περισσεύει ένα µπουκάλι µπίρα;» Τον
προσκάλεσα να πιει ένα φλιτζάνι καφέ µαζί µας.
«Καλύτερα όχι.» Τα παπούτσια του ήταν γεµάτα λάσπη. Του έδωσες το µπουκάλι…. Το
ήξερε καλά αυτό το χώµα, καλύτερα απ’ τον καθένα. Χάθηκε στην οµίχλη αποφεύγοντας τις
περιττές κουβέντες… Κάθε δεύτερη µέρα, ερχόταν ξανά! Ευγενέστατος, άφηνε πάντα µερικά
τσιγάρα ως αντάλλαγµα. Καλή ψυχή µε µακριά φρύδια… Κράτησα µερικές σηµειώσεις εκείνο το
πρωί, δεν ήξερα ακόµα γιατί, ούτε επιζητούσα απαραίτητα να µάθω. Οτιδήποτε συνεσταλµένο,
ώριµο, κοµµατιασµένο, µου φέρνει ναυτία αυτές τις µέρες. Υποφέρω από δυσκοιλιότητα αρκετό
καιρό τώρα. Που και που καλό είναι να αδειάζει κανείς… για να γεµίσει πάλι… Σκατά! Ναι…
«Ναι, Κύριε έκδοτα. Φυσικά Κύριε έκδοτα!» Σκατά στα µούτρα σου και σένα, χασάπη,
µπαµπουίνε!
…κανείς δεν παρατήρησε τα λουλούδια µπροστά απ’ το παράθυρο, εδώ και µία βδοµάδα
παραπονιέµαι ότι πεθαίνουν. Κανείς δεν είπε τίποτα, λέξη εις µνήµην τους… τώρα θέλουν
ξερίζωµα για τα καλά.

Διαβάστε περισσότερα