Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, «Το καινούργιο γιαπί»
15Απρ
`
Όταν περνώ μπροστά απο γιαπιά
κοντοστέκομαι.
Xαζεύω οικοδόμους,
εισπνέω βαθιά
τη μυρωδιά του τσιμέντου
από το φρέσκο μπετό
και συρικνώνομαι
σταθμίζοντας το ύψος.
Η Ουμ Καλσούμ στο τραντζίστορ.
Τρέχω μετά
πιτσιρίκι κοκκαλιάρικο
κι ανεβαίνω με δέος
τις φωτεινές σκάλες
Στο χέρι κουδουνίζω
το μπογαλάκι
με το κολατσιό του πατέρα.
Παντού μυρίζει άψητο μπετό
και υγρό μαδέρι απʼ τα καλουπώματα.
Καλοκαίρι, κλειστά τα σχολεία.
Ο μπαμπάς πάντα εκεί με περιμένει,
ο Καζαντζίδης κάτι κλαίει,
στην άκρη της πλάκας
που θα γίνει μπαλκόνι,
με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό
και το σκεπάρνι στα χέρια
να ξεκαρφιάζει ξύλα
ή στη σκαλωσιά σκαρφαλωμένος,
με στόμα μπουκωμένο
καρφιά γυαλιστερά
να καλουπώνει τον επόμενο όροφο.
9 Comments







