Δημήτρης Κανελλόπουλος, “Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες”, Κίχλη, 2018
10Ιου
Ὁ Τάσης Βασκαντήρας
Στὸν ᾽Ηλία Λ. Παπαμόσχο
Ο ΤΑΣΗΣ ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑΣ εἶχε κάνα δυὸ χρόνια ποὺ ἄφησε τὸ δασκαλίκι κι ἔπιασε τὰ ἐμπόρια. Ἔκανε τὸν τρελὸ κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία. Κατάφερε νὰ πάρει καὶ σύνταξη. Γύρισε στὸ χωριὸ κι ἀνέλαβε τὸ ἐμπορικὸ τοῦ πατέρα του, γιατὶ τʼ ἄλλα ἀδέρφια του, ἐκτὸς τοῦ Βασίλα, τοῦ μικροῦ ποὺ εἶχε βγάλει τὸ σχολαρχεῖο, δὲν κατέχαν τὰ γράμματα. Κάτι μῆνες μετὰ ποὺ γύρισε, παντρεύτηκε τὴ Μάρθα τοῦ Μουστοβασίλη. Ἦταν Αὔγουστος τοῦ ʼ27. Κατόπιν, ἔβαλε τʼ ἀδέρφια του στὴ σειρά. Κάνανε ἐμ¬πόριο χοντρικὸ καὶ λιανικό.
Τὸ μονὸ μήνα τὸ καραβάνι –τʼ ἀδέρφια του μαζὶ μὲ τοὺς παραγιούς, γύρω στοὺς δεκαπέντε νοματαίους– θὰ πούλαγε χοντρικὰ καὶ λιανικά. Ὑφάσματα γιὰ τὸ σπίτι: ὀργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ἀκόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα καὶ ἰνδικά, ἐργόχειρα καὶ λινὰ λευκὰ εἴδη, εἴδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Ἀλλὰ καὶ ὑφάσματα γιὰ ροῦχα – ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ τῶν κομποδεμά¬των: κασμίρια ἐγγλέζικα, τσελβόλια καὶ τσίτια. Κι οἱ βαν¬τάκες ἦσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστὲς ντεμισὲ καὶ βελόνες, ψαλίδια καὶ ψαλιδάκια, κι ὅ,τι ἄλλο τράβαγε ἡ ψυχὴ τῆς νοικοκυρᾶς.
Τὸν ἄλλο μήνα, τὸ ζυγό, θὰ εἰσπράττανε. Στὴν εἴσπραξη θὰ πήγαινε ὁ καθένας μόνος του, μὲ δυὸ τρία ζῶα τὸ πολύ, μʼ ἐμπορεύματα γιὰ τὶς γυναῖκες, ψιλολοΐδια. Μπορεῖ νά ʼπαιρνε μαζὶ κι ἕναν παραγιό. Κανόνισε λοιπὸν ὁ Τάσης νὰ γίνεται ἡ πούληση ὡς ἑξῆς: ὁ Νικάκης θὰ εἰσέπραττε ἀπὸ τὶς Ράχες κι ἀπάνου μέχρι τὴ Βέρβιτσα, ὅπως λέγανε τότε τὰ Τρόπαια, ὁ Ἡρακλῆς θά ʼπιανε τὴν Πέρα Μεριά, τὸ Νεμουτιάνικο μέχρι τὴν Πετράδα καὶ τʼ Ἄσπρα Σπίτια, κι ὁ Θοδωράκης τὴν Κάτω Μεριά – Νιχώρι, Τρανὴ Λάκκα, Ντελαλῆ, Μπέλεσι, καὶ στὸ γυρισμὸ τὰ χωριὰ τῆς Ἡραίας. Ἄφησε ἀπέξω τὸν μικρότερο, γιατὶ τὸν ἤθελε κοντά του. Ὁ ἴδιος θὰ κράταγε τὸ κουμάντο – τοὺς παράδες καὶ τὶς παραγγελιές. Καὶ τὶς ἐπαφὲς μὲ τοὺς μεγαλέμπορους στὸν Πύργο καὶ στὴν Πάτρα. Εἶχε καὶ δυὸ ἀδερφές. Τὴ Λούλα, ποὺ τὴν πάντρεψε μὲ τὸν Τσιόγκα στὸν Ξερόκαμπο, καὶ τὴν Ντίνα, ποὺ τὴν ἔστειλε στὴν Ἀμέρικα νὰ παντρευτεῖ ἕνα φίλο του ἀπὸ τοῦ Σπάθαρη.







